Ειρήνη μεταξύ ανθρώπων - Πόλεμο με τους απάνθρωπους

poetry the soul's kingdom

Κυριακή 31 Αυγούστου 2014

Βρόντο - χιπ χοπ ποίημα

Άνθρωποι ανέραστοι. Άνθρωπο αταίριαστοι.
Το χρήμα τους ενώνει και τα πίνουνε ακέραστοι.
Μια ζωή στο βούρκο
Κρυμμένοι σαν το τούβλο
μέσα στο τσιμέντο
Σ' ένα μαγαζί της βρώμας
τους φεύγει το κλαπέτο, μαζεύοντας τα ρούβλια...
Άλλο πράμα όμως τo σακούλι με τα φασούλια
Αυτοί παραμένουν τούβλα, φυλάργυροι,
υπό το μηδέν της καρδιάς τους οι υδράργυροι
και σε ζηλεύουνε, κοιτώντας σε στα μάτια
γιατί βλέπουν πως το χάδι
το 'χεις πάνω από τα φράγκα
και το βλέπουνε και σιωπούν.
Γιατί μόνο για λεφτά έχουν να σου πουν.

Τί να πεις και τί να κάνεις?
Μία κερδίζεις, μία χάνεις.

Μάυρος ήλιος
χαράχτηκε στο πετσί μου.
Περιμένω πώς και πώς
να γυρίσω στα αλάνια,
στη μάνα,
στο τσαρδί μου.
Να τους πω ένα γεια,
να την πάρω μία αγκαλιά,
να μου φύγουν κατευθείαν
τα ψυχοσωματικά
από τα τρισάθλια, άθλια
αστεία αφεντικά.

Μακάριοι οι ερωτευμένοι.
Καταραμένοι οι υποταγμένοι.
Το χρήμα δε φέρνει ευτυχία.
Η ευτυχία έρχεται
από ένα γλωσσόφιλο
μέσα σε βουκαμβίλιες,
γιασεμιά και ορτανσίες.

Δευτέρα 16 Ιουνίου 2014

Βρόντο - Ξυπόλητο Τάγμα

Τί να καταλάβει η φτώχεια μέσα από μία κάρτα?
Ραμμένη στη μπλούζα μου,
Μπαλωμένη στη βερμούδα μου
Και το στομάχι?
Ορίζει το τομάρι.
Και το τομάρι..?
Ορίζει, ο καθένας τί θα πάρει.
Ποιόνα θα κάνει μάγκα, ποιόνα θα φερμάρει.
Σαν το ξυπόλητο τάγμα..
Τη νύχτα άλλο πράγμα..
Κινήσεις παραβατικές
Από μαχητικές ζωές.
Κλοπή.. Ανταλλαγή..
Σε παρκάκι γειτονιάς.
Μάτια δεκατέσσερα,
Χαφιέδες καραδοκούν σε οδό διπλανής γωνιάς.
Σκεπασμένοι υπό σκιά
Με παλτά γερμανικά
Μέσα στο χιονιά
Φυλάν τον βασιλιά
Σαν ποιμενικά σκυλιά
Και τα παιδιά γυρνάν..
Λάδια.. Ψωμιά..
Στη ξυπολησιά..

Γκρίζο σκηνικό, σα σκόνη από βομβαρδισμό.

Πετάω μαζί με άλλους..
Με κάποιους αετούς και κάποιους παπαγάλους..
Με ανοιχτά φτερά
Κάνουν αεροπλανικά
Ό,τι βρούνε να αρπάξουν
Κι οι άλλοι να αράξουν
Σαν αγοραστά ζά
Να μη ξαναπετάξουν.

Στίχους για λίγους σαν τους φίλους.
Για ατίθασες γάτες,
Όχι για κλαμμένους σκύλους,
Αν είσαι μούργος σκύλος, είσαι αδερφικός μου φίλος..

Το νησί των συναισθημάτων - Μάνος Χατζιδάκις

Παρασκευή 30 Μαΐου 2014

Βρόντο - Σαν το κερί

Σαν το κερί είναι και ο άνθρωπος..
Με τη ζέστη λιώνει.. Με την ψύχρα σκληραίνει.
Σα λουλούδι που διψά και νερό ζητά
Το ποτίζεις ανθίζει, το παρατάς μαραίνει.

Παρασκευή 2 Μαΐου 2014

Βρόντο - Η σιωπή έφυγε

Πάλι με είδα να τα πίνω,
ν' αδειάζω τα μπουκάλια
στα μαύρα μου τα χάλια,
σε θεοσκότεινα
αλλόκοτα στενά ρημάδια,
τα μάτια μου σαν κυάλια
ζουμάρουνε κουρέλια
μέσα βρίσκονται ρεμάλια
τράβα γαμήσου στα Μάλια
εμείς τραβάμε τα κανάλια
συσσορευμένη κάβλα
μέσα στα ηχεία
το στόμα σου αποστομώνει
παύλα και τελεία.
Των φτωχών η βασιλεία
κρύβεται κάπου μες στους κάδους
και μες στη φαντασία,
κρεβάτια και ταβάνια
κούτες απομεινάρια
και σχέδια αστεράτα
στράτα στη στράτα,
από μωρό ενήλικας
κι ήρθαν κακά μαντάτα,
μεθύσια μπάφια
ξύλο μαύρα μάτια,
ανδρείκελα κουκλάκια
κοιτάζουνε αμίλητα,
τα κουρδίζεις λίγο λίγο
και παρεξηγούν αμίληκτα,
τα μάτια μου ακατοίκητα
πατρίδα μου η γη,
εξέγερση η ζωή
ο έρωτας, η πλάνη,
το γυναικείο το κορμί..

χαμένος σε οδοφράγματα ο βραδινός κιτώνας
σε χρώματα φωτιάς ο ταξικός χιτώνας
ο έρωτας αναζοπυρώνει όταν φλέγεται ο κανόνας
όταν σε μια στιγμή αλλάζει ολόκληρος αιώνας

τι θέλει η ελευθερία?
μία τζούρα κικεώνα
μία φουρτούνα ποσειδώνα
τη μανία ενός τυφώνα
πανανθρώπινο αγώνα.

Κυριακή 9 Φεβρουαρίου 2014

Λιπ Μονίς - Η επιστροφή του Τζακ

   Ο Τζακ επέστρεφε από το σούπερ μάρκετ, φορτωμένος με μία σακούλα με δύο εξάδες μπύρες. Είχε πάει στο σούπερ μάρκετ της γειτονιάς του το οποίο ήταν ανοιχτό και το βράδυ, καθώς ήταν σχεδόν έντεκα και εφόσον είχε αποφασίσει πως τον περίμενε μία ενδιαφέρουσα και δημιουργική νύχτα μπροστά από τον υπολογιστή, είχε μόλις πεταχτεί να πάρει μερικές μπύρες για να διευκολύνουν τη νύχτα.  Έξω από την πόρτα της πολυκατοικίας του βρισκόταν μία κοπέλα – γύρω στα 30 ή και λίγο παραπάνω- και έψαχνε τα κλειδιά της, την οποία αυτός δεν είχε προσέξει καθώς περπατούσε αφηρημένα, όμως ούτε και αυτή τον είχε αντιληφθεί, έτσι καθώς αυτή προσπαθούσε να ξεκλειδώσει την εξώπορτα και ο Τζακ πλησίασε αθόρυβα πίσω της, αυτή γύρισε ελαφρώς τρομαγμένη και τον κοίταξε ανήσυχη. Ο Τζακ είχε μακρύ ατημέλητο μαλλί, πλούσια γενειάδα και φορούσε παλιές φόρμες καθώς απλά είχε πεταχτεί για κάποια τελευταία ψώνια, οπότε δεν του φάνηκε περίεργο που η κοπέλα τρόμαξε, αντιθέτως την καταλάβαινε απόλυτα και απορούσε πώς ορισμένες κοπέλες και γυναίκες φαίνονταν να περπατάνε άνετα τα βράδια σε κάποιες περιοχές της πόλης στις οποίες ακόμη και αυτός αισθανόταν άβολα. «Δε θα σε ληστέψω!» της είπε χαμογελώντας για να την καθησυχάσει κι εκείνη του χαμογέλασε με τη σειρά της, δείχνοντας ταυτόχρονα ανακούφιση. Ο Τζακ γέλασε κι αυτός. «Γελάμε», της είπε «αλλά τόσα συμβαίνουν πότε πότε. Ακόμα κι εγώ φοβάμαι καμιά φορά». «Καλά κάνεις», του είπε αυτή, ενώ το κεφάλι της άρχισε να γίνεται πράσινο και τεράστιο ενώ τα δόντια της να γίνονται ακόμα μεγαλύτερα. Ένα μακρύ πτερύγιο έσκισε το μπουφάν της στην πλάτη της και το ίδιο συνέβη με τα παπούτσια της από τα οποία βγήκαν τεράστια δάχτυλα, ενωμένα σαν βατραχοπόδαρα. Ο Τζακ άρχισε να τρέχει προς το ασανσέρ, δεν ήταν από αυτούς που δεν έχουν τη δύναμη να αντιδράσουν μπροστά στην απειλή, αυτή εκτόξευσε μία τεράστια λεπτή κόκκινη γλώσσα προς το μέρος του, τον τύλιξε και τον έκανε μια χαψιά. Γάμισέ τα.

Κυριακή 26 Ιανουαρίου 2014

Βρόντο - Όνειρο φανταστικό

Κάπου στα μισά, είδε ένα όνειρο. Η μέρα με τη νύχτα εναλλάσσονταν συνεχώς, χωρίς σταθερότητα, όπως αλλάζει μέσα σε δευτερόλεπτα η διάθεση των ανθρώπων. Δεν υπήρχε χρόνος στο ηλιοβασίλεμα και την ανατολή. Λες και γύριζαν μονομιάς όποτε ήθελαν, η σελήνη και ο ήλιος πλάτη στη γη. Τη μέρα ο καιρός ήταν πολύ ψυχρός, σε σημείο ψύχους και ο ήλιος έδειχνε πολύ μακρινός, αρκετά μικρότερος και αδύναμος. Τον κοιτούσε κατάματα, χωρίς να κουράζεται και να θολώνει. Τη νύχτα το φεγγάρι ήταν γεμάτο, αλλά σκοτεινό, με τις ηλιαχτίδες να πέφτουν πάνω του, όπως το φως του κεριού σ’ έναν ανάγλυφο τοίχο. Περπατούσε σ’ έναν δρόμο γυμνό. Δεν είχε ίχνος δέντρου, παρά μόνο κάτι ψυχρά, άχαρα, τετραγωνισμένα σπίτια, σκεπασμένα από παγωμένο, αποκρυσταλλωμένο χιόνι. Της φαίνονταν ακατοίκητα. Ήταν πολύ βαριά ντυμένη. Με τόσα ρούχα πάνω της ένιωθε σα να κουβαλάει ολόκληρη βαλίτσα με το κορμί της. Πάντως μες στο ψύχος κρατιόταν ζεστή. Στο διάβα της δε συνάντησε ούτε ένα ίχνος ζωής. Ούτε ένα φως στα μπαλκόνια, ούτε μία πατημασιά στο χιόνι. Όσο προχωρούσε η μέρα με τη νύχτα είχαν αλλάξει καμιά δεκαριά φορές. Ξαφνικά ένιωσε σα να άκουσε μία φωνή. Έπιασε μία μελωδία. Κάποιος τραγουδούσε. Κατευθείαν έλαμψε το πρόσωπό της, χαμογέλασε, ξημέρωσε και άνοιξε το βήμα, πλησιάζοντας με γοργό περπάτημα τη φωνή. Όταν μετά από μερικά στενά τον έφτασε, παραξενεύτηκε. Ήταν ένας κλόουν ντυμένος άνοιξη. Φόραγε κάτι κίτρινα φωτεινά – αλλά χωρίς να γυαλίζουν- παλιοπάππουτσα, ένα παντελόνι φαρδύ και κάπως κοντό, θυμίζοντάς της κοκκινόχωμα μιας ερήμου, δυο ξεθωριασμένες γαλάζιες τιράντες και ένα πουκάμισο που είχε χίλια χρώματα. Το πρόσωπο του, το είχε βάψει σε αποχρώσεις του πορτοκαλί, του κόκκινου και του μωβ, νιώθοντας σα να αντικρίζει το ξημέρωμα  μέσα από τον ορίζοντα μίας θάλασσας. Το βαμμένο γέλιο του, από τη μία άκρη ως την άλλη, ήταν καταπράσινα φωτεινό και τα μαλλιά του αφάνα, καστανά. Ο κλόουν έδινε παράσταση στο τίποτα. Στο κενό. Ούτε πιτσιρίκια, νέοι, ούτε μεγάλοι, ούτε γέροι βρίσκονταν εκεί. Τραγουδούσε, έπαιζε μόνος του, έφτιαχνε διάφορες αστείες μορφές με το χιόνι και άλλοτε το έλιωνε στο χέρι του με τη ζεστή ανάσα του, κάνοντάς το νερό. Γελούσε δυνατά μόνος του λες κι έκανε μαγικό. Το γέλιο του ώρες-ώρες, ήταν τόσο εκκωφαντικό, σα να είχε δώσει εντολή στον αέρα να το στείλει σε όλα τα μέρη, να το ταξιδέψει όπου υπάρχει ψυχή. Δε μίλησαν καθόλου. Απλά άρχισαν να παίζουν χιονοπόλεμο ευτυχισμένοι και να κυνηγιούνται. Κι εκεί που γελούσε και τον κυνηγούσε, το χιόνι αποκτώντας μεταφυσική δύναμη, σηκώθηκε ψηλά, σαν ένα φουσκωμένο κύμα και ρούφηξε τον κλόουν μέσα στην παγωμένη γη. Έγινε καπνός. Αέρας κοπανιστός. 
Η μέρα θάφτηκε μαζί με τον κλόουν και τα γέλια μέσα στο χιόνι, απότομα. Η νύχτα και η σιωπή έπεσαν σαν κεραυνός πάνω της. Μα κάθε φορά που σιγοσφύριζε τη μελωδία του κλόουν, έκλεβε τη σιωπή, γεμίζοντας το σκοτάδι με μουσική.


 
Χορευτό, Ιανουάριος 2014

Παρασκευή 17 Ιανουαρίου 2014

Βρόντο - Το άγνωστο βουνό

   Ήταν μία καλοκαιρινή δροσερή ημέρα, ασημένια, όπου τα πάντα καθρεφτίζονταν στο νερό με ένα μαγικό τρόπο. Η ομίχλη ταξίδευε ανάμεσα στις πλαγιές, σα να σκαρφάλωνε προς τη διάλυσή της, καθώς οι ηλιαχτίδες με τη βαρυτική τους δύναμη την έλκυαν προς τον ουρανό και την εξαφάνισή της.
   Σε αυτόν τον άγνωστο τόπο, της άγνωστης χώρας, υπήρχε ένας άγνωστος ποταμός σε ένα άγνωστο βουνό. Ζούσε για χρόνια η παρέα εκεί. Η οποία παρέα δημιουργήθηκε, γνωρίστηκε και ενώθηκε μέσα στο δάσος. Πριν βρεθούν εκεί όλως τυχαίως, ελάχιστοι γνωρίζονταν μεταξύ τους. Είχαν στήσει τις ζωές τους σε δύο σημεία του βουνού. Και τα δύο ήταν κοντά στο νερό. Το καλοκαίρι ανέβαιναν ψηλά, στα χίλια τριακόσια μέτρα υψόμετρο. Το χειμώνα κατέβαιναν χαμηλότερα, καθώς ο χειμώνας ήταν βαρύς, ψυχρός και διαρκής. Το ποτάμι ήταν πεντακάθαρο, παγωμένο και κρυστάλλινο.  Το μπάνιο εκεί έμοιαζε πραγματικά με ηλεκτροσόκ. Εγκεφαλική διέγερση και σύσφιξη κάθε σπιθαμής του κορμιού ήταν οι κύριες αισθήσεις, όποτε βουτούσαν. Οι πνεύμονες άνοιγαν σαν τεντωμένα φτερά μεγαλοπρεπούς αετού. Απόλυτη, αυθόρμητη, απολαυστική υγεία. Χωρίς να ψυχαναγκάζονται να ζουν υγιεινά. Απλά συνέβαινε φυσικά.
   Αλλού τα νερά κινούνταν ήρεμα, σα γαλήνια μουσική σε αρμονία και αλλού, που οι όχθες στένευαν τα περάσματα απειλητικά, αγρίευαν και έτρεχαν σαν αγρίμια που κυνηγούν το θήραμα, καταλήγοντας να πέφτουν καταρρακτωδώς σε μία άπλα όπου ηρεμούσαν ξανά.
   Ένας από την παρέα κάθονταν γυμνός πάνω σ’ ένα λείο βράχο καταμεσής του ποταμού. Μπροστά σε όλη τη θέα γύρω του ένιωθε σα να ήταν κομμάτι μίας ζωγραφιάς. Μερικά μέτρα πιο κάτω τα νερά γίνονταν απότομα και ορμητικά. Εκεί, του ήρθαν τα λόγια κάποιου διάσημου, μάλλον διανοούμενου, ο οποίος είχε εκφράσει την εξής απορία : << Γιατί να λέμε βίαια τα νερά ενός ποταμού και όχι τις όχθες που τα περιορίζουν ? >>
   Κάθισε το σκέφτηκε για λίγη ώρα και ύστερα ξάπλωσε πάνω στο βράχο να λιαστεί ώσπου αποκοιμήθηκε.
   Κάθε μέρα η παρέα είχε διάφορες δραστηριότητες. Έκαναν πεζοπορίες, σκαρφάλωναν νεροφαγιές, ανέβαιναν στην κορυφή του βουνού, έκαναν ρομαντικές βόλτες κατά μήκος του ποταμού, μάζευαν βότανα, μανιτάρια, φρόντιζαν και  κυνηγούσαν ζώα για να τραφούν, καλλιεργούσαν ζαρζαβατικά και όσπρια, μαγείρευαν στη φωτιά, έπαιζαν παιχνίδια, μουσικές, ερωτοτροπούσαν, τραγουδούσαν, χόρευαν και πολλά πολλά άλλα. Άλλοτε σαν ομάδα και άλλοτε ατομικά, ο καθένας σα μονάδα.
   Ήταν πολύ καιρό στο βουνό και περνούσαν υπέροχα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ζούσαν εύκολα. Οι χειμώνες τους ήταν γεμάτοι από λευκές νύχτες, από σταλακτίτες, σταλαγμίτες, δύσκολοι και επικίνδυνοι χειμώνες, σαν τις χαράδρες και τους γκρεμούς που απαιτούσαν συγκέντρωση σε κάθε βήμα και τίποτα άλλο. Αλλά για κάποιο περίεργο λόγο ήταν υπέροχοι, καθώς είχαν μάθει να συμπεριφέρονται με σεβασμό προς το βουνό και τη ζωή τους.
   Ένα πρωινό μέσα στο δάσος, εμφανίστηκε ένας άνθρωπος, ο οποίος αφού συστήθηκε στην παρέα με ένα περίεργο όνομα, αυτοπαρουσιάστηκε σα μάγος. Η ενέργειά του όμως, χωρίς να γνώριζαν το γιατί, έπεφτε βαριά σα να έκρυβε κάτι. Κάποιο ένοχο μυστικό. Παρά το γεγονός αυτό, μιας και ήταν ήσυχος, ευγενικός και χαμογελαστός  τον δέχονταν πάντα με χαμόγελο και ευγένια, αν και στις περισσότερες δραστηριότητες δε συμμετείχε. Αυτό που έκανε συνεχώς ήταν να κοιμάται και να φτιάχνει – όπως ισχυρίζονταν - μαγικά ροφήματα από τα κρυφά βοτάνια του.
   Κάποιο από τα συνηθισμένα απογεύματα, η παρέα χαλάρωνε, χωνεύοντας το μεσημεριανό γεύμα. Μερικοί ήταν ξαπλωμένοι και χάζευαν τον καταπράσινο ουρανό που προσέφεραν τα πανύψηλα και πανάρχαια δέντρα. Κάποιοι άλλοι έπαιζαν παντομίμα, άλλοι μουσική, άλλοι σιγοτραγουδούσαν πάνω στους ρυθμούς και ορισμένοι παρατηρούσαν το θαύμα της ζωής γύρω τους. Παρατηρούσαν δέντρα κάθε ηλικίας. Αιωνόβια, γέρικα, επιβλητικά, με χοντρούς κορμούς και πεσμένα κλαδιά όσο υψώνονταν. Άλλα μικρότερα, σα να ήταν στη εφηβεία, έχοντας πάρει σχήμα σωστού δέντρου με εντυπωσιακή κορμοστασιά και άλλα μόλις που είχαν γεννηθεί και ξεπροβάλει από το χώμα, εύθραυστα και τρυφερά. Υπήρχαν και νεκρά δέντρα τριγύρω τους. Κορμοί πελώριοι πεσμένοι και σπασμένοι σα γίγαντες τροφοδότες του χώματος. Ζωή και θάνατος. Ένας κύκλος δίχως τελειωμό.
   Εκείνο το συνηθισμένο απόγευμα λοιπόν, ο μάγος είχε φέρει στο βράχο ένα σάκο με τα μαγικά βοτάνια. Τους είπε ότι θέλει να τους φτιάξει ένα μαγικό ρόφημα, που θα τους στείλει σ’ ένα φανταστικό ταξίδι. Τόσο φανταστικό, που ποτέ κανείς τους δεν έχει διανοηθεί να φανταστεί και κανείς τους δεν έχει ζήσει. Όλοι τους ενθουσιάστηκαν, πάνω στην αθωότητά τους. Του είπαν κατευθείαν ναι, δίχως ερωτήσεις.
   Ο μάγος όμως είχε σκοπό και συμφέρον και η βαριά ενέργεια που ένιωθαν κρύβονταν καλά, πίσω από τα αρώματα των βοτάνων και το ειρηνικό χαμόγελο.
   Πίνοντας το ρόφημα, μέσα σε λίγα λεπτά εξαφανίστηκαν από προσώπου γης. Χωρίστηκαν και ο καθένας τους βρέθηκε μέσα σε κελί, μαντρωμένος και κλεισμένος σε τέσσερεις τοίχους με πολλά και άχρηστα αντικείμενα, γεμάτα κουμπιά και καλώδια, που οι ίδιοι δεν αναγνώριζαν τί είναι και έψαχναν μανιωδώς τρόπο διαφυγής. Πάντα έπεφταν πάνω σε τοίχους. Κάθε λεπτό που πέρναγε γίνονταν θηρία ανήμερα, μα η εκτόνωσή τους στη φυλακή τους ήταν άστοχη και αυτοκαταστροφική. Ανυπομονούσαν να τελειώσει η επίδραση. Μα η επίδραση δεν τελείωνε. Και δεν τελείωνε. Και τα μαλλιά τους άσπρισαν. Και το βουνό τους, από το θαυμαστό κύκλο της ζωής του, στα χέρια του μάγου και με τη μαγική λέξη Πολιτισμός, μεταλλάχτηκε σε ένα τοπίο απαρτιζόμενο από άπειρους τέσσερεις τοίχους, κουμπιά και καλώδια.
   Ο ένας από την παρέα ήταν γεμάτος αίματα, μελανιές, ραγίσματα, κατάγματα και σπασίματα σε όλο του το κορμί. Η παράνοια της αιχμάλωτης ελευθερίας τον είχε καταβάλει και το μόνο πράμα που μονολογούσε ήταν αυτό : Γιατί να λέμε βίαια τα νερά ενός ποταμού και όχι τις όχθες που τα περιορίζουν?

Κυριακή 5 Ιανουαρίου 2014

Ηλίας Πετρόπουλος

"Είμαι λοιπόν ένας λαογράφος που χρόνια τώρα παρακολουθώ τις ζωές όλων αυτών των ανθρώπων που οι άλλοι αποκαλούν περιθώριο...Αγαπώ τα τσογλάνια και τους χασίκλες, τους κλέφτες, τις πουτάνες, τους ρεμπέτες και τους πούστηδες, γιατί μάχονται κάθε μορφή εξουσίας, και τους αγαπώ πιο πολύ γιατί καταφέρνουν και επιζούν κόντρα στην αστυνομία, κόντρα στον ποινικό νόμο, κόντρα στην απαίσια ηθική των μικροαστών, κόντρα στον φλογερό εαυτό τους."

Σάββατο 21 Δεκεμβρίου 2013

Βρόντο - Noom

   Βρίσκονταν σε μία παραλία γεμάτη με πολύχρωμα βότσαλα, θυμίζοντάς τους αφηρημένη τέχνη με  τράιμπαλ σχέδια. Σε μια γωνιά της παραλίας κάποιοι ή οι ίδιοι είχαν σχεδιάσει έναν τζόκερ και δεν το θυμόντουσαν. Πότε έγινε αυτός ο τζόκερ? Πότε ήρθανε άλλοι στην αμμουδιά? Ό,τι και να έγινε είναι ωραίος είπανε.
   Μέσα στη νύχτα, ξαπλωμένοι αγκαλιά, ο Ανδρέας και η Άννα, είδαν κάτι που ούτε με σφαίρες δε θα πίστευαν ότι το βλέπουν. Ένας ήλιος εμφανίστηκε μέσα στον έναστρο ουρανό. Μόνο που οι ηλιαχτίδες του κατευθύνονταν σε άλλο γαλαξία, σα να είχε μονόπλευρη κατεύθυνση το φως προς ένα άλλο σημείο. Γύρω του είχε δαχτυλίδια, σαν του Κρόνου, με τη διαφορά ότι ήταν στα χρώματα του ουράνιου τόξου, αλλάζοντας αποχρώσεις, όποτε οι ηλιακές εκρήξεις τα διαπερνούσαν βίαια.  Ήταν απίθανο το θέαμα. Ένας ήλιος ανάμεσα στα άστρα του νυχτερινού ουρανού.
  - Βλέπουμε ήλιο μέσα στη νύχτα? Όντως? Είναι δυνατόν?
  - Φανταστικό!
  - Μήπως μας έχουν απαγάγει εξωγήινοι? Φοβάμαι. Πού βρισκόμαστε? Του αποκρίθηκε.
  - Χαχα! Πλάκα θα είχε. Ας περπατήσουμε μήπως βρούμε κανένα άλιεν στο δρόμο να ρωτήσουμε.
   Καθώς περπατούσαν στο δρόμο, τρελάθηκαν! Μια αλυσίδα DNA εμφανίστηκε μπροστά στα όλο περιέργεια μάτια τους, η οποία πετούσε στους αιθέρες, αρμενίζοντας στα σύννεφα σα βαρκούλα στη θάλασσα.  Άρχισαν να τρέχουν, να δουν από κοντά τι συμβαίνει. Τα λίγα χιλιόμετρα απόσταση – από την αγωνία τους να μάθουν- καλύφθηκαν μέσα σε δευτερόλεπτα.
-  Ρε φίλε γεια σου! Τι ‘ναι αυτό το πράμα που πετάει στον ουρανό?
-  Ίνγκλις πλιζ. Του απάντησε ο τύπος με τα σκουλαρίκια στα αυτιά, που κάθονταν στην είσοδο.
-  Οκ. Γουάτ δε φακ ιζ δατ φάκινκ θινκ γουίτς φλάις του δε σκάι?
-   Ιτς νοτ φλάινκ. Ιτς ε μπριτζ. Κονέκτινκ του δε μουν.
-   Εντάξει ο τύπος είναι βλαμμένος, μ’ έχει κάψει. Ας ρωτήσουμε άλλον.
-   Εεεε μαν! Γουάτ ιζ δατ?
-   Γέφυρα στο φεγγάρι του απάντησε. Και δεν είναι βλαμμένος ο τύπος! Ό,τι κωλόκαιρο και να κάνει,αυτή έχει στάνταρ ταλάντευση σαν τον κυματισμό ήρεμης θάλασσας.
   Σκάσανε και οι δύο στα γέλια. Είχανε δακρύσει από τα γέλια και πέταγαν τη μία ειρωνεία μετά την άλλη, συνεχίζοντας να γελάνε σα σπαστικά. Αφού συνήλθαν διάβασαν το φυλλάδιο προσεχτικά και είδαν ότι όλα είναι τζάμπα! Ειδικά λεωφορεία, στολές, εξοπλισμοί. Τα πάντα!
  -  Πάμε?
  Πριν το σκεφτούν είχανε φορέσει τις διαστημικές στολές και έφυγαν στο διάστημα. Ήτανε εκστασιασμένοι πραγματικά. Με το που ξέφυγαν από τη γη και όλη την πίεσή της, χαλάρωσαν. Ο γαλαξίας με τ’ άστρα στο πιάτο. Ταξίδευαν στο διάστημα, κοιτάζοντας πίσω τους αυτή τη μπάλα  τη γη μαγεμένοι…
-  Μωρό μου αν δεν φορούσαμε όλες αυτές τις χαζομάρες θα κάναμε σεξ από άλλο διάστημα.
-   Χαχα!      
-   Λες να μπορούμε να κατέβουμε, να περπατήσουμε στη γέφυρα?
-   Πάμε τώρα στη σελήνη να δούμε τη φάση και στο γυρισμό περπατάμε.
-   Άκου τι συζητάμε!
   Φτάνοντας στο φεγγάρι, τριγύριζαν ανάμεσα σε δεκάδες διαστημάνθρωπους και χτισμένα οικήματα.
-   Ρε τι γίνεται εδώ? Πού ζούμε? Στο 8564?
-   Κοίτα! Φτιάχνουν κι άλλη αλυσίδα DNA! Πηγαίνει στον Άρη!
-   Από κάπου ακούγεται μουσική.
-   Φύγαμε!
   Πετάξανε τις στολές και έμειναν με τα ρούχα. Έπαιζε τεκ – χάουζ μίνιμαλ, αλλά ό,τι πιο διαστημικό ήχο μπορείς να φανταστείς. Να φανταστείς… Φαντάζεσαι? Χόρευαν στο φεγγάρι. Σα να ήταν ένα. Έκαναν έρωτα αυθόρμητα, παρορμητικά, μπροστά σε όλους τους εξωγήινους κολλημένοι σε ένα γυάλινο τοίχο, κοιτάζοντας τη γη.. Τον ήλιο… Τα άστρα… Μετεωρίτες περνούσαν ιλιγγιωδώς και χάνονταν… Είχαν χάσει τα μυαλά τους… Δεν τους ένοιαζε τίποτα… Μετά από ώρες χορού βγήκαν έξω και περπατούσαν εξερευνώντας κάθε πατημασιά τους.
- Καβάτζωσα λίγες πέτρες και φεγγαρίσιο χώμα… 
- Μμμ..μπραβο, να φτιάξουμε σεληνιακό κήπο στην αυλή μας.
- Αλάνια σ’ εκείνο τον κρατήρα που σκεπάζεται από αυτόν τον πράσινο τρούλο την πίνουνε. Χωρίς βαρύτητα. Σαν τη συνείδηση μας.
   Άνοιξαν την πόρτα και είδανε τα πάντα να αιωρούνται. Ιπτάμενοι μαστουρωμένοι άνθρωποι κυνηγούσαν ιπτάμενα τσιγαριλίκια σ’ έναν τεράστιο κυκλικό χώρο με λιγοστό φωτισμό.
-   Χελόου πίπολ! Φώναξε ο Ανδρέας με ένα ηλίθιο χαμόγελο ως τ’ αυτιά.
   Μήνυμα στο κινητό της Άννας. Το μάτι του Ανδρέα άνοιξε με τη μία.  Όχι ρε πούστη μου, γαμώ την τεχνολογία μου μέσα. Τι έπαθες έκανε η Άννα αγουροξυπνημένη, τεντώνοντας το κορμάκι της.
Τίποτα μωρό μου. Απλά σε πήγα βόλτα στο φεγγάρι και χτύπησε το κινητό σου.
- έ?!                                  

                                                                   Φινίτο.