Ειρήνη μεταξύ ανθρώπων - Πόλεμο με τους απάνθρωπους
poetry the soul's kingdom
Τρίτη 26 Νοεμβρίου 2013
Σάββατο 23 Νοεμβρίου 2013
Λίπ Μονίς - Ω Internet
Ω Internet, αυτή, αυτή η καταραμένη μετακόμιση,
αυτή σε πήρε μακριά μου. Δεν ξέρω καν πόσες μέρες πάνε πια. Πηγαίνω σε φίλους,
σαν το ζητιάνο, και τους παρακαλώ να μπορέσω να δικτυωθώ για λίγο, για λίγο
μόνο, από το σπίτι τους. Τι να το κάνεις όμως; Αυτά τα πράγματα δε γίνονται
βιαστικά, η απόλαυση χρειάζεται χρόνο· πώς να χαλαρώσεις
μέσα σε ένα λεπτό και να σερφάρεις στα καλωδένια κύματά σου όταν κάποιος
περιμένει πάνω από το κεφάλι σου, πόσο μάλλον όταν κοιτάζει αδιάκριτα την οθόνη
την ώρα που μόλις έχεις πληκτρολογήσει τον κωδικό του e-mailσου και φορτώνει τα
εισερχόμενα. Αυτό δεν είναι απόλαυση, είναι καταπίεση. Πόσα έχω χάσει τόσο
καιρό μακριά σου. Πόσο να πάει τώρα, μία βδομάδα, δύο; Κανείς δεν ξέρει. Πήγα
στη Forthnet. Σε είκοσι μέρες. Είκοσι μέρες! Είπα στον καλό κύριο «γιατί είκοσι μέρες,
μήπως είναι λίγο πολύ;», και μου είπε ότι είναι υπόθεση μιας ώρας αλλά ο ΟΤΕ
καθυστερεί γιατί είναι δημόσια υπηρεσία και τα λοιπά. Μιας ώρας! Τόσο κοντά σου
και όμως τόσο μακριά σου!
Πήγα στον ΟΤΕ, τους ζήτησα τα ρέστα, προσπάθησα να είμαι ευγενικός, αναλογιζόμενος
κανείς το τι διακυβεύεται. Μου τα μασούσαν, δείχνοντας παντελή έλλειψη σεβασμού
στην ψυχολογική μου κατάσταση. Τι φταίει κι η ταμίας, πού να ξέρει αυτή γιατί
καθυστερούν τόσο πολύ.
Ω Internet, πού είσαι όταν σε χρειάζομαι, όταν
σε θέλω! Όταν κάθομαι στο σπίτι μου και ξάφνου μου δημιουργείται μία τυχαία
απορία, την οποία τόσο καιρό είχα την πολυτέλεια να λύνω
μέσα σε μερικές στιγμές. Μόνο όταν χάνεις κάτι εκτιμάς την αξία του. Και δε
θέλω καν ν’ αρχίσω να σκέφτομαι πόσα επεισόδια πίσω έχω μείνει στο New Girl. Πραγματικά, μόνο υπό συνθήκες
τέτοιας πίεσης αρχίζει κανείς και θέτει θεμελιώδη ερωτήματα στον εαυτό του,
ερωτήματα που πιθανώς δεν είχαν ξαναδημιουργηθεί ποτέ στο νου του, όπως «σε τι
χρησιμεύει το PCχωρίς εσένα;». Ανοίγω τον υπολογιστή. Τον κοιτάζω. Βάζω μουσική. Οκ, βάζω
μουσική, ως εκεί.
Τώρα, τώρα πώς θα περιπλανηθώ στο
μαγικό σου κόσμο χωρίς να ξέρω καν τι είναι αυτό που ψάχνω; Απλά ενώνομαι με
τις μαγικές σου συνδέσεις, ίσως να μη θέλω απολύτως τίποτα να δω, είσαι η νέα
μου τηλεόραση. Μόλις βρεθώ στα μυριάδες μονοπάτια σου, απλά ακολουθώ ένα και το
εμπιστεύομαι. Τώρα όμως, τώρα τι, τώρα πώς; Πώς θα δω τώρα το «δείτε πώς είναι
σήμερα ο μικρός Μανωλάκης από τους Ψίθυρους Καρδιάς» ή το βίντεο με τη Νανά
Καραγιάννη που εμφανίζεται εδώ και ένα μήνα πάνω πάνω στο Youtube. Youtube! Γιατί σε θυμήθηκα; Πόσες και πόσες τερπνές
ώρες έχουμε περάσει μαζί. Ένα από τα βίντεό σου αρκεί για να χαθεί κάποιος
στους δαιδαλώδεις διαδρόμους σου για ώρες. Και τι θησαυρούς μπορεί κανείς να
ανακαλύψει, ενώ ταυτόχρονα ακούει μουσική!
Και είναι και αυτό που τόση ώρα
περίτεχνα αποφεύγω. Το σημαντικότερο. Σήμερα δεν πάει άλλο, θα πάω σε νετ καφέ,
δε με νοιάζει, πρέπει να μπω στο fb. Όχι ότι δεν έχω μπει τόσες μέρες, αυτό θα ήταν όντως
αδύνατο, τα γεγονότα τρέχουν και ο κόσμος θα νομίζει ότι έχω χαθεί ή ότι τους
αγνοώ. Πάλι καλά που παίρνω και το smartphone κάποιου φίλου σε καμιά καφετέρια και
κρατάω επαφή.
Ω Internet, πώς τα έχω καταφέρει τόσο καιρό
χωρίς εσένα; Περιμένω το κουδούνι του τεχνικού όπως περιμένουν οι ναρκομανείς
το βαποράκι.
Καμιά
φορά μπαίνω και στη Wikipedia.Παρασκευή 22 Νοεμβρίου 2013
Λίπ Μονίς - Ο Ήχος
Το
φως, όπως και όλα τα ηλεκτρομαγνητικά κύματα –όπως τα ραδιοκύματα, οι ακτίνες
Χ, τα μικροκύματα και η υπέρυθρη ακτινοβολία- έχουν τη δυνατότητα να ταξιδεύουν
και να μεταφέρονται στο κενό, χωρίς την ύπαρξη δηλαδή κάποιου μέσου. Αυτό
συμβαίνει διότι η ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία – τα ηλεκτρομαγνητικά κύματα
δηλαδή- είναι μία διαταραχή του ηλεκτρομαγνητικού πεδίου. Η λειτουργία αυτού
του φαινομένου έγκειται στο ότι η όποια μεταβολή στο ηλεκτρικό πεδίο προκαλεί
μεταβολή στο μαγνητικό πεδίο και αντιστρόφως, γεγονός που κάνει τα ηλεκτρομαγνητικά
κύματα να ταξιδεύουν επ’ άπειρον σύμφωνα με αυτό το μηχανισμό, ο οποίος ίσως να
μην είναι προφανής στον μη επιστήμονα αναγνώστη, είναι όμως απλός και
κατανοητός για έναν οποιονδήποτε πρωτοετή φυσικής, εκτός και αν αυτός βέβαια
διανύει φέτος το πρώτο έτος, οπότε σε αυτή την περίπτωση δεν έχει ακόμα γραφτεί
στη σχολή του.
Ο ήχος, απ΄ την άλλη, χρειάζεται
για να μεταδοθεί την ύπαρξη κάποιου μέσου, διότι πρόκειται περί μηχανικού
κύματος. Ο μηχανισμός πίσω από τα μηχανικά κύματα είναι ο εξής: η πηγή (η αιτία
που παράγει τον ήχο) πάλλεται, δηλαδή ταλαντώνεται. Αυτό γίνεται άλλες φορές
προφανές, όπως στη χορδή μίας κιθάρας, και άλλοτε όχι, όπως όταν χτυπάει κανείς
μία πόρτα, πάντα όμως υπάρχει μία ταλάντωση της πηγής που προκαλεί τον ήχο. Στη
συνέχεια, η πηγή η οποία πάλλεται «ταρακουνάει» με τη σειρά της τα διπλανά
σωματίδια του αέρα, όπως ακριβώς ένα θαλάσσιο κύμα «χτυπάει» τα διπλανά μόρια
του νερού κάνοντας έτσι το κύμα να μεταδίδεται. Το κάθε μόριο του αέρα με τη
σειρά του «ταρακουνάει» το διπλανό του,
διαδίδοντας έτσι τη διαταραχή, η οποία αυτή κάποια στιγμή φτάνει στο εσωτερικό
του αυτιού μας, το οποίο έχει κάποιο κατάλληλο όργανο ώστε να τη μεταφέρει στον
εγκέφαλο, ο οποίος αποκρυπτογραφεί την πληροφορία και τη μεταφράζει αναλόγως.
Ανάλογα με τη συχνότητα της διαταραχής, δηλαδή της ταλάντωσης της αρχικής
πηγής, διαμορφώνεται και η συχνότητα του ηχητικού κύματος, το κάθε είδος δε
έχει άλλα όργανα υποδοχής και για αυτό το λόγο τα σκυλιά πχ αντιλαμβάνονται
ήχους σε διαφορετικές συχνότητες από τους ανθρώπους.
Ο ήχος της κλανιάς δημιουργείται
όταν, καθώς το αέριο εξέρχεται, κάνει την κωλοτρυπίδα να δονείται. Πολλοί
πιστεύουν ότι ο ήχος οφείλεται σε αυτόν και μόνο τον παράγοντα και όχι και στα
ταλαντούμενα κωλομάγουλα, άτομα όμως μεγάλης εμπειρίας πάνω σε αυτό τον τομέα
διαφωνούν, ο αναγνώστης καλείται άλλωστε να πειραματιστεί ώστε να καταλήξει σε
κάποια δική του διαπίστωση, εφ’ όσον φυσικά η όποια πειραματική απόπειρα
λαμβάνει χώρα κάτω από ασφαλής συνθήκες.
Ο Γάλλος Joseph Pujol στα τέλη του
19ου αιώνα απέκτησε φήμη ακολουθώντας την καριέρα του επαγγελματία
κλάστη. Έγινε γνωστός με το καλλιτεχνικό ψευδώνυμο “Le Petomane”, ονομασία που συνδυάζει το γαλλικό
ρήμα peter «κλάνω»
και την κατάληξη –mane «μανιακός», δηλαδή «κλανομανιακός» ή «πορδομανιακός». Ανάμεσα
στο κοινό του βρισκόταν ο βασιλιάς Λεοπόλδος ο Β’ του Βελγίου, ο πρίγκιπας
Εδουάρδος της Ουαλίας και ο Σ. Φρόυντ. Μπορούσε να αναπαράγει ήχους όπως
κανονιοβολισμοί και αστραπόβροντα όπως και να κλάνει το “Ο Sole Mio” και το “Le Marseillaise”, τον εθνικό ύμνο της Γαλλίας
χρησιμοποιώντας μία οκαρίνα. Η καλλιτεχνική κληρονομιά του “Le Petomane” είναι μεγάλη και έχει εμπνεύσει
πολλά έργα όπως το μιούζικαλ “The Fartiste” («ο κλανιάρης»), στο οποίο
απονεμήθηκε το βραβείο καλύτερου μιούζικαλ το 2006 στο New York International Fringe Festival και το “A Passing wind” που παρουσιάστηκε στο Philadelphia International Festival of the Arts το 2011. Επαγγελματίες κλάστες
αναφέρονται συχνά σε γραπτά της μεσαιωνικής Ευρώπης.
Στη μυθολογία των Ίννου, αυτόχθονος
λαού του Καναδά, το πιο ισχυρό πνεύμα απ΄όλα είναι ο Ματσισκαπέου (σίγουρα όχι
με αυτή την προφορά) και το όνομά του σημαίνει κυριολεκτικά «κλανιάνθρωπος» ή
«ο άνθρωπος κλανιά», θεωρείται δε δυνατότερος ακόμη και του Κανιπινικασίκεου.
Σε αυτόν επιβλήθηκε όταν ο Κανιπινικασίκεου αρνήθηκε να δώσει στους Ίννου
Καριμπού (καναδέζικος τάρανδος) για να φάνε. Ο Ματσισκαπέου εξαγριώθηκε και
καταράστηκε τον Κανιπινικασίκεου να υποφέρει από σοβαρή δυσκοιλιότητα. Αυτός
τελικά αναγκάστηκε να ενδώσει και ο
Ματσισκαπέου με τη σειρά του τον απάλλαξε από τους φοβερούς πόνους.
Ο Άγιος Αυγουστίνος (354-430),
θεολόγος που έχει επηρεάσει σε μεγάλο βαθμό το δυτικό Χριστιανισμό και τη
δυτική φιλοσοφία ενώ θεωρείται από τους σημαντικότερους πατέρες της Εκκλησίας,
έχει πει στο διάσημο βιβλίο του «Η πόλη του Θεού» πως αρχικά οι άνθρωποι είχαν
τη δυνατότητα να ελέγχουν τις κινήσεις των εντέρων τους και να κλάνουν κατά
βούληση, αλλά έχασαν αυτή την ικανότητα με το προπατορικό αμάρτημα του Αδάμ και
της Εύας, της Εύας και του Αδάμ, όπως θέλει το παίρνει κανείς.
Ο μέσος όρος του όγκου του αερίου που παράγει καθημερινά ένας ενήλικας από κλανιές είναι μισό λίτρο το οποίο κατανέμεται σε περίπου 14 κλανιές. Επιστημονικές έρευνες έχουν δείξει ότι οι γυναικείες κλανιές έχουν μεγαλύτερη συγκέντρωση σε μόρια που προκαλούν μυρωδιά όμως οι αντρικές είναι μεγαλύτερες σε όγκο, με αποτέλεσμα οι δύο αυτοί παράγοντες να κάνουν τις δύο να εξισορροπούνται σε αποτέλεσμα. Η ταχύτητα της κλανιάς εξαρτάται από τις ατμοσφαιρικές συνθήκες, όπως υγρασία, θερμοκρασία, ταχύτητα και κατεύθυνση του αέρα και μοριακό βάρος των σωματιδίων της κλανιάς. Μία κλανιά μπορεί να παραμείνει ενεργή για περισσότερη ώρα σε κλειστούς χώρους όπως ασανσέρ, ενώ μετά από κάποιο χρόνο εναποτίθεται στους τοίχους του δωματίου. Τέλος, όσον αφορά κάποια κλανιά που θα ήθελε κάποιος να ρίξει αλλά καθυστερεί λόγω του ακατάλληλου του χώρου και της συντροφιάς, στην οποία επανέρχεται αργότερα μόνο για να διαπιστώσει έκπληκτος ότι αυτή έχει χαθεί, οι γιατροί σπεύδουν να καθησυχάσουν ότι αυτή δεν εξαφανίζεται δια παντός, ούτε και απορροφάται από το σώμα όπως κάποιοι έχουν εκφράσει, αλλά απλώς ανεβαίνει προς τα επάνω στο στομάχι και επιστρέφει σε κάποια ανύποπτη στιγμή.
Ο μέσος όρος του όγκου του αερίου που παράγει καθημερινά ένας ενήλικας από κλανιές είναι μισό λίτρο το οποίο κατανέμεται σε περίπου 14 κλανιές. Επιστημονικές έρευνες έχουν δείξει ότι οι γυναικείες κλανιές έχουν μεγαλύτερη συγκέντρωση σε μόρια που προκαλούν μυρωδιά όμως οι αντρικές είναι μεγαλύτερες σε όγκο, με αποτέλεσμα οι δύο αυτοί παράγοντες να κάνουν τις δύο να εξισορροπούνται σε αποτέλεσμα. Η ταχύτητα της κλανιάς εξαρτάται από τις ατμοσφαιρικές συνθήκες, όπως υγρασία, θερμοκρασία, ταχύτητα και κατεύθυνση του αέρα και μοριακό βάρος των σωματιδίων της κλανιάς. Μία κλανιά μπορεί να παραμείνει ενεργή για περισσότερη ώρα σε κλειστούς χώρους όπως ασανσέρ, ενώ μετά από κάποιο χρόνο εναποτίθεται στους τοίχους του δωματίου. Τέλος, όσον αφορά κάποια κλανιά που θα ήθελε κάποιος να ρίξει αλλά καθυστερεί λόγω του ακατάλληλου του χώρου και της συντροφιάς, στην οποία επανέρχεται αργότερα μόνο για να διαπιστώσει έκπληκτος ότι αυτή έχει χαθεί, οι γιατροί σπεύδουν να καθησυχάσουν ότι αυτή δεν εξαφανίζεται δια παντός, ούτε και απορροφάται από το σώμα όπως κάποιοι έχουν εκφράσει, αλλά απλώς ανεβαίνει προς τα επάνω στο στομάχι και επιστρέφει σε κάποια ανύποπτη στιγμή.
Πέμπτη 14 Νοεμβρίου 2013
Jesus Christ Superstar (1973)
Από την ομώνυμη ταινία.
Δείτε τη.
Σκηνή από την ταινία- μιούζικαλ.
Heaven on their minds - Carl Anderson (Judas)
Τετάρτη 6 Νοεμβρίου 2013
Αλληλεγγύη στις Σκουριές στον Αμαζόνιο και σ' όλο τον κατεστραμμένο τσιμεντένιο πλανήτη. Βρόντο χιπ χοπ ποίημα
Σςς...Άκου...Άκου...Ξεκίνησε!
Ποιο? Τι? Τί θόρυβος ήχησε?
Εις θάνατον είπανε. Το σφυρί χτύπησε.
Ο χρυσός στο λαιμό της, σαν πίνακας έμοιαζε
με ριζομένο περιδέραιο.
Αλυσοπρίονα από τις κορυφές διατυμπανίζουν
φονικό ευαγγέλιο.
Τρέμει όλη γη. Τα δέντρα πέφτουν,
σαν αλυσοδεμένα παιδιά που τρέχουν.
Αιθέρια πουλιά μπορούν δραπετεύουν.
Στέκονταν σε κλαδιά, τώρα όμως στέκονται
σε άσχημα φουγάρα με κομμένα τα φτερά.
Στο δάσος εκεί, κάποτε, υπήρχε ζωή.
Περήφανοι αετοί, γεράκια, σπουργήτια
φτιάχνανε φωλιές, κάποιοι αλήτες σκίουροι
τρομεροί αναρριχητές. Αυτά μέχρι χθες,
γιατί σήμερα είναι ζωές προσφυγικές
σε κλουβιά μαντρωμένες, οι πόρτες κλειστές.
Και οι κλειδαριές?
Κρανοφόρων στρατιές.
Τί απέγιναν τα δέντρα?
Επιχρυσομένη πέτρα.
Τί απέγινε το δάσος?
Εργοστασίου βάλτος.
Στη γιορτή του χρυσού κανένας δε γιορτάζει.
Νεκρική ακολουθία από το βουνό πηγάζει.
Η ύπαρξη γι' αυτούς? Αστείο δίχως χάζι.
Για όσους επιζητούν το κακό να διατάζει,
η καλοσύνη δε θα πάψει, όσο ο ήλιος χαράζει
δάκρυα..χαμόγελα..ουράνια τόξα..
Κόψτε μας. Ματώστε μας. Άντε ξεριζώστε μας.
Πάντοτε ρε... Μία ρίζα θα μένει
και θα πετάγεται ζωή εκεί που κανείς
ποτέ δεν το περιμένει.
Πρόσφυγες διωγμένοι είμαστε όλοι μας.
Ινδιάνοι, Αφρικάνοι, Μεξικάνοι, Πακιστάνοι.
Όλα τα ελουροειδή, οι ελέφαντες κι οι χάνοι.
Και μία μέρα... Και μία μέρα...
Όλα τα ζώα μαζί, θα περάσουμε απάνω
από τα άσπρα σας τα κράνη.
Γιατί κανένα τσεκούρι, καμία οβίδα,
δε μπορεί να σπάσει της καρδιάς την αλυσίδα.
Γιατί η αγάπη μας, έχει πέταγμα εναέριο,
περπάτημα υπόγειο, κυλώντας στις φλέβες μας
κολυμπάει σα δελφίνι, σε όλη την υδρόγειο.
Ποιο? Τι? Τί θόρυβος ήχησε?
Εις θάνατον είπανε. Το σφυρί χτύπησε.
Ο χρυσός στο λαιμό της, σαν πίνακας έμοιαζε
με ριζομένο περιδέραιο.
Αλυσοπρίονα από τις κορυφές διατυμπανίζουν
φονικό ευαγγέλιο.
Τρέμει όλη γη. Τα δέντρα πέφτουν,
σαν αλυσοδεμένα παιδιά που τρέχουν.
Αιθέρια πουλιά μπορούν δραπετεύουν.
Στέκονταν σε κλαδιά, τώρα όμως στέκονται
σε άσχημα φουγάρα με κομμένα τα φτερά.
Στο δάσος εκεί, κάποτε, υπήρχε ζωή.
Περήφανοι αετοί, γεράκια, σπουργήτια
φτιάχνανε φωλιές, κάποιοι αλήτες σκίουροι
τρομεροί αναρριχητές. Αυτά μέχρι χθες,
γιατί σήμερα είναι ζωές προσφυγικές
σε κλουβιά μαντρωμένες, οι πόρτες κλειστές.
Και οι κλειδαριές?
Κρανοφόρων στρατιές.
Τί απέγιναν τα δέντρα?
Επιχρυσομένη πέτρα.
Τί απέγινε το δάσος?
Εργοστασίου βάλτος.
Στη γιορτή του χρυσού κανένας δε γιορτάζει.
Νεκρική ακολουθία από το βουνό πηγάζει.
Η ύπαρξη γι' αυτούς? Αστείο δίχως χάζι.
Για όσους επιζητούν το κακό να διατάζει,
η καλοσύνη δε θα πάψει, όσο ο ήλιος χαράζει
δάκρυα..χαμόγελα..ουράνια τόξα..
Κόψτε μας. Ματώστε μας. Άντε ξεριζώστε μας.
Πάντοτε ρε... Μία ρίζα θα μένει
και θα πετάγεται ζωή εκεί που κανείς
ποτέ δεν το περιμένει.
Πρόσφυγες διωγμένοι είμαστε όλοι μας.
Ινδιάνοι, Αφρικάνοι, Μεξικάνοι, Πακιστάνοι.
Όλα τα ελουροειδή, οι ελέφαντες κι οι χάνοι.
Και μία μέρα... Και μία μέρα...
Όλα τα ζώα μαζί, θα περάσουμε απάνω
από τα άσπρα σας τα κράνη.
Γιατί κανένα τσεκούρι, καμία οβίδα,
δε μπορεί να σπάσει της καρδιάς την αλυσίδα.
Γιατί η αγάπη μας, έχει πέταγμα εναέριο,
περπάτημα υπόγειο, κυλώντας στις φλέβες μας
κολυμπάει σα δελφίνι, σε όλη την υδρόγειο.
Κυριακή 13 Οκτωβρίου 2013
Τρίτη 8 Οκτωβρίου 2013
Βρόντο - ''Οίστρος''
Το φάντασμα του οίστρου
στο ακρογιάλι του μαίστρου.
Η Εύα στον Αδάμ
στη μέση ενός κήπου.
Στεγνοί και διψασμένοι
μία νύχτα αποδράσαν.
Στα έλατα εξτασιασμένοι
τον έρωτα κεράσαν.
Βραδιάτικα τη σπάσαν
τη ζωή τους τη χαλάσαν,
ή τώρα ή ποτέ,
την όχθη την περάσαν.
Τρομαγμένοι. Φοβισμένοι.
Πισωγύρισμα δεν έχει.
Στον τρόμο απελευθέρωση
στην απελευθέρωση αφοβία.
Ανάσες χειμωνιάτικες,
ομιχλώδεις ουρλιάξαν
σε μέρη νεφελώδη,
ηλιαχτίδες κρυφές χαράξαν.
Τη βλάστηση στην άνοιξη
με καλοσόρισμα φωνάξαν.
Βοτάνια και καρπούς.
Με γη και ύδωρ
οι ζωές τους ξεδιψάσαν,
οι ψυχές τους αγαλιάσαν.
Κανένας ρήτωρ
όπως παλιά,
να στέλνει μηνύματα
απειλητικά
στην εστία τους.
Ελεύθερη πια,
η θρησκεία τους.
Ψευδαισθησιακά ιδρωμένα μονοπάτια.
Μάτια έρωτας,
προσφορά, θυσία
στη γη της επαγγελίας,
νύχτα ακολασίας,
στο όνομα της φαντασίας.
Πρόσωπα, εκφράσεις,
νότες μπάσες, χρώματα,
αρώματα ελευθερίας.
Ο πόλεμος κοντοζύγωνε.
Σε τοπίο χιονισμένο
μόνο το κρύο τους πλήγωνε.
Γόνοι ξέμπαρκοι.
Τίποτα δεν αρκούσε.
Τα θέλω τους
τους γείτονες
δεν τους αφορούσε.
Η απλοχεριά των πλησίων?
Στη ψυχή βγαίναν μείον.
Υπερβάσεις εαυτών,
ανθρώπων ονειρικών.
Σε μία αγκαλιά
ο παλμός δυο καρδιών
οι καρδιές τους ματωμένες
στα σημεία των καιρών.
Βλέμματα κρύσταλο
χαμένα στον ορίζοντα
σε βυθούς αβυσαλέους
τα κορμιά τους αλύτρωτα.
Η απάρνησή τους?
Η απομάκρυνση η επιλογή τους.
Αιτία η φυλάκιση
των ελευθεριών της ζωής τους.
στο ακρογιάλι του μαίστρου.
Η Εύα στον Αδάμ
στη μέση ενός κήπου.
Στεγνοί και διψασμένοι
μία νύχτα αποδράσαν.
Στα έλατα εξτασιασμένοι
τον έρωτα κεράσαν.
Βραδιάτικα τη σπάσαν
τη ζωή τους τη χαλάσαν,
ή τώρα ή ποτέ,
την όχθη την περάσαν.
Τρομαγμένοι. Φοβισμένοι.
Πισωγύρισμα δεν έχει.
Στον τρόμο απελευθέρωση
στην απελευθέρωση αφοβία.
Ανάσες χειμωνιάτικες,
ομιχλώδεις ουρλιάξαν
σε μέρη νεφελώδη,
ηλιαχτίδες κρυφές χαράξαν.
Τη βλάστηση στην άνοιξη
με καλοσόρισμα φωνάξαν.
Βοτάνια και καρπούς.
Με γη και ύδωρ
οι ζωές τους ξεδιψάσαν,
οι ψυχές τους αγαλιάσαν.
Κανένας ρήτωρ
όπως παλιά,
να στέλνει μηνύματα
απειλητικά
στην εστία τους.
Ελεύθερη πια,
η θρησκεία τους.
Ψευδαισθησιακά ιδρωμένα μονοπάτια.
Μάτια έρωτας,
προσφορά, θυσία
στη γη της επαγγελίας,
νύχτα ακολασίας,
στο όνομα της φαντασίας.
Πρόσωπα, εκφράσεις,
νότες μπάσες, χρώματα,
αρώματα ελευθερίας.
Ο πόλεμος κοντοζύγωνε.
Σε τοπίο χιονισμένο
μόνο το κρύο τους πλήγωνε.
Γόνοι ξέμπαρκοι.
Τίποτα δεν αρκούσε.
Τα θέλω τους
τους γείτονες
δεν τους αφορούσε.
Η απλοχεριά των πλησίων?
Στη ψυχή βγαίναν μείον.
Υπερβάσεις εαυτών,
ανθρώπων ονειρικών.
Σε μία αγκαλιά
ο παλμός δυο καρδιών
οι καρδιές τους ματωμένες
στα σημεία των καιρών.
Βλέμματα κρύσταλο
χαμένα στον ορίζοντα
σε βυθούς αβυσαλέους
τα κορμιά τους αλύτρωτα.
Η απάρνησή τους?
Η απομάκρυνση η επιλογή τους.
Αιτία η φυλάκιση
των ελευθεριών της ζωής τους.
Παρασκευή 4 Οκτωβρίου 2013
Frederic Chopin - Nocturnes complete (Τα νυχτερινά)

O Φρεντερίκ Σοπέν (1 Μαρτίου ή 22 Φεβρουαρίου 1810 - 17 Οκτωβρίου 1849) ήταν Γαλλο-Πολωνός συνθέτης, ένας από τους μεγαλύτερους εκπροσώπους του ρομαντισμού στη μουσική και από τους μεγαλύτερους πιανίστες της εποχής του. Αρκετές συνθέσεις του συγκαταλέγονται στα σημαντικότερα έργα του πιανιστικού ρεπερτορίου.
Δευτέρα 30 Σεπτεμβρίου 2013
Βρόντο - Κηνυγάω, με κυνηγάν
Κυνηγάω τα λεφτά,
κυνηγάω τα θυληκά.
Κυνηγάω τα ποτά
και βράδια μουσικά.
Φιγούρες χορευτικές,
ανθρώπους δίχως ηθικές
ελεύθερες ψυχές,
αυθόρμητες, ψυχεδελικές.
Κυνηγάω την τύχη
κυνηγάω και τη μοίρα.
Κυνηγάω να μη μου τύχει
να ξεκόψω από τη γύρα.
Κυνηγάω χωρίς άγχος.
Κυνηγάω το πάθος,
την τιμωρία και το λάθος.
Κυνηγάω το τίποτα
το πολύ φέρνει προβλήματα.
Κυνηγάω την αθανασία
μέσα από την ευθανασία.
Με κυνηγάνε δικαστήρια,
με κυνηγάνε ορχιδέες.
Με κυνηγάνε μυστήρια
και απόκρυφες ιδέες.
Με κυνηγάνε τα λεφτά.
Με κυνηγάν περιπολικά,
άτομα βαρετά, άδεια, κενά.
Με κυνηγάνε αρουραίοι,
σπανίως άνθρωποι μοιραίοι.
Με κυνηγάει το ίδιο μου το αίμα.
Με κυνηγάει των αστεριών το βλέμμα.
Με κυνηγάει η όχθη
να με πνίξει μες στο ρέμα.
Γεννεές δεκατέσσερεις
ιστορίες μαγειρεμένες,
σχολής ανελεύθερης.
Κυνηγάω, με κυνηγάν
ένα σωρό κυνηγητά.
Μα ένας φίλος μου το 'πε.
Ο πλούτος ειναι στην καρδιά.
κυνηγάω τα θυληκά.
Κυνηγάω τα ποτά
και βράδια μουσικά.
Φιγούρες χορευτικές,
ανθρώπους δίχως ηθικές
ελεύθερες ψυχές,
αυθόρμητες, ψυχεδελικές.
Κυνηγάω την τύχη
κυνηγάω και τη μοίρα.
Κυνηγάω να μη μου τύχει
να ξεκόψω από τη γύρα.
Κυνηγάω χωρίς άγχος.
Κυνηγάω το πάθος,
την τιμωρία και το λάθος.
Κυνηγάω το τίποτα
το πολύ φέρνει προβλήματα.
Κυνηγάω την αθανασία
μέσα από την ευθανασία.
Με κυνηγάνε δικαστήρια,
με κυνηγάνε ορχιδέες.
Με κυνηγάνε μυστήρια
και απόκρυφες ιδέες.
Με κυνηγάνε τα λεφτά.
Με κυνηγάν περιπολικά,
άτομα βαρετά, άδεια, κενά.
Με κυνηγάνε αρουραίοι,
σπανίως άνθρωποι μοιραίοι.
Με κυνηγάει το ίδιο μου το αίμα.
Με κυνηγάει των αστεριών το βλέμμα.
Με κυνηγάει η όχθη
να με πνίξει μες στο ρέμα.
Γεννεές δεκατέσσερεις
ιστορίες μαγειρεμένες,
σχολής ανελεύθερης.
Κυνηγάω, με κυνηγάν
ένα σωρό κυνηγητά.
Μα ένας φίλος μου το 'πε.
Ο πλούτος ειναι στην καρδιά.
Σάββατο 28 Σεπτεμβρίου 2013
Παρασκευή 27 Σεπτεμβρίου 2013
Δευτέρα 23 Σεπτεμβρίου 2013
Κυριακή 15 Σεπτεμβρίου 2013
Κυριακή 8 Σεπτεμβρίου 2013
Δευτέρα 12 Αυγούστου 2013
Ένας γέρος ινδιάνος Cherokee διδάσκει τον εγγονό του στα θέματα της ζωής
”Μια μάχη μαίνεται μέσα μου”, λέει στο αγόρι.
”Είναι μια σκληρή μάχη ανάμεσα σε δύο λύκους. Ένας είναι κακός – είναι κακία, μοχθηρία, μνησικακία, ζήλια, λύπη, τύψεις, λαγνεία, αυτολύπηση, πικρία, δουλικότητα, ψέμα, ψέυτικη υπερηφάνεια, υπεροψία και εγωισμό.”
”Ο άλλος είναι καλός – είναι ευτυχία, ειρήνη, αγάπη, ελπίδα, ηρεμία, ταπεινοφροσύνη, φιλία, καλή θέληση, συμπάθεια, συμπόνια, ευσπλαχνία, γεναιοδωρία, αλήθεια, κατανόηση και πίστη.
Η ίδια μάχη μαίνεται και μέσα σε εσένα - και μέσα σε όλους τους άλλους ανθρώπους”.
Το αγόρι σκέφτηκε για λίγη ώρα και μετά ρώτησε τον παππού του :
”Ποιός λύκος θα νικήσει τελικά;”
”Aυτός που τρέφεις...”, απάντησε ο γέρος.
Άγνωστος
”Μια μάχη μαίνεται μέσα μου”, λέει στο αγόρι.
”Είναι μια σκληρή μάχη ανάμεσα σε δύο λύκους. Ένας είναι κακός – είναι κακία, μοχθηρία, μνησικακία, ζήλια, λύπη, τύψεις, λαγνεία, αυτολύπηση, πικρία, δουλικότητα, ψέμα, ψέυτικη υπερηφάνεια, υπεροψία και εγωισμό.”
”Ο άλλος είναι καλός – είναι ευτυχία, ειρήνη, αγάπη, ελπίδα, ηρεμία, ταπεινοφροσύνη, φιλία, καλή θέληση, συμπάθεια, συμπόνια, ευσπλαχνία, γεναιοδωρία, αλήθεια, κατανόηση και πίστη.
Η ίδια μάχη μαίνεται και μέσα σε εσένα - και μέσα σε όλους τους άλλους ανθρώπους”.
Το αγόρι σκέφτηκε για λίγη ώρα και μετά ρώτησε τον παππού του :
”Ποιός λύκος θα νικήσει τελικά;”
”Aυτός που τρέφεις...”, απάντησε ο γέρος.
Τρίτη 6 Αυγούστου 2013
Βρόντο - Προσωρινότητα Αιωνιότητα
Αίσθηση πικρίας της προσωρινότητας του έρωτα.
Ανάμεσα σε δύο φαντασιακά ερωτευμένους
μιας καλοκαιρινής εξόρμησης στη φύση
ο επίλογος καταλήγει με θύτη και θύμα.
Σα θεότητα,
σαν ιέρεια του έρωτα μέσα στο δάσος εμφανίστηκες.
Σε είχα νιώσει ώρες πριν εμφανιστείς.
Σαν προφητεία από τις γραφές, είπα έρχεται.
Λίγες ώρες μετά εμφανίστηκες φέρνοντας θύελα.
Άγγελος συναρπαστικός, ψυχεδελικός
με φτερά μαγευτικής πεταλούδας
πήρε την καθημερινότητα, αφήνοντάς τη
από λουλούδι σε λουλούδι.
Η σκέψη μου έχει την αίγλη της όψης σου
και τα υπέροχα γήινα χρώματά σου.
Ξεκίνησα να σε περιγράφω
αλλά είναι αδύνατον.
Οι μάγοι δεν προδίδουν τη μαγεία τους.
Θα σε κρατήσω μέσα μου σα φυλαχτό,
να μου φυλάει αναμμένη τη φλόγα
του έρωτα και του πάθους των ματιών σου.
Τα χείλη σου νέκταρ και οι χυμοί σου αμβροσία.
Προσωρινότητα ή αιωνιότητα?
Δεν υπάρχει χρόνος. Ούτε εμείς.
Φανταστικές υπάρξεις οι πιο αληθινές δημιουργίες.
Ανάμεσα σε δύο φαντασιακά ερωτευμένους
μιας καλοκαιρινής εξόρμησης στη φύση
ο επίλογος καταλήγει με θύτη και θύμα.
Σα θεότητα,
σαν ιέρεια του έρωτα μέσα στο δάσος εμφανίστηκες.
Σε είχα νιώσει ώρες πριν εμφανιστείς.
Σαν προφητεία από τις γραφές, είπα έρχεται.
Λίγες ώρες μετά εμφανίστηκες φέρνοντας θύελα.
Άγγελος συναρπαστικός, ψυχεδελικός
με φτερά μαγευτικής πεταλούδας
πήρε την καθημερινότητα, αφήνοντάς τη
από λουλούδι σε λουλούδι.
Η σκέψη μου έχει την αίγλη της όψης σου
και τα υπέροχα γήινα χρώματά σου.
Ξεκίνησα να σε περιγράφω
αλλά είναι αδύνατον.
Οι μάγοι δεν προδίδουν τη μαγεία τους.
Θα σε κρατήσω μέσα μου σα φυλαχτό,
να μου φυλάει αναμμένη τη φλόγα
του έρωτα και του πάθους των ματιών σου.
Τα χείλη σου νέκταρ και οι χυμοί σου αμβροσία.
Προσωρινότητα ή αιωνιότητα?
Δεν υπάρχει χρόνος. Ούτε εμείς.
Φανταστικές υπάρξεις οι πιο αληθινές δημιουργίες.
Δευτέρα 8 Ιουλίου 2013
Σάββατο 6 Ιουλίου 2013
Τετάρτη 19 Ιουνίου 2013
Βρόντο - Ο Κορμός
Τον κορμό τον είχε ξεβράσει η θάλασσα σε μια δυνατή φουρτούνα, ως το τελευταίο ύψωμα πολύ καιρό τώρα, σχεδόν κόντευε να μπει ο χειμώνας.Φαινόταν τόσο ήσυχος από το ανθρώπινο μάτι... Σαν άψυχο σώμα. Κι όμως μέσα του έσφιζε από ζωή. Άυπνα μυρμήγκια, οικογένειες ολόκληρες εργάζονταν ασταμάτητα, νύχτα μέρα. Δε γνώριζαν τη λέξη κούραση, ούτε τη λέξη διάλειμμα. Ο κορμός ήταν ένας μικρός πολιτισμός εργατικών μυρμηγκιών, ενώ παράλληλα η αμμουδιά έμοιαζε με αποθήκη τροφίμων, στην οποία δε δίσταζαν να απομακρύνονται και να κουβαλάνε για πολλά μέτρα την τροφή τους. Μέσα του ζούσανε κι άλλα μικρά πλάσματα. Κάποιες αράχνες στις προεξοχές του είχαν φτιάξει ιστούς, παγιδεύοντας μυγάκια κι άλλα μικροσκοπικά ζωύφια, ενώ τα σκουλήκια έγλειφαν τη λεία επιφάνειά του.
Όλα κυλούσαν αρμονικά και συνηθισμένα, ώσπου, μια καλοκαιρινή ημέρα... Σεισμός! Τον κορμό σήκωσε από το έδαφος ένα χέρι! Ορισμένα μυρμήγκια εγκλωβίστηκαν κάτω από τα χοντρά δάχτυλα, που πίεζαν με δύναμη και πέθαναν ακαριαία. Άλλα έτρεχαν σοκαρισμένα πάνω κάτω, χωρίς να αντιλαμβάνονται τί συνέβη, γιατί συνέβη και πώς να το αντιμετωπίσουν. Ένιωθαν να μετακινούνται, να αιωρούνται και ξάφνου... Δεύτερος σεισμός! Σφοδρότερος από τον πρώτο. Η πρόσκρουση στην άμμο ήταν βίαιη. Μερικά μυρμήγκια έπεσαν από πάνω του και καθώς έφευγαν όσο πιο γρήγορα μπορούσαν φώναζαν να τα ακολουθήσουν. << Τρέξτε, τρέξτε! Ελάτε μαζί μας να σωθείτε!>>. Αυτά αρνήθηκαν. Τα περισσότερα είχαν μείνει πίσω. Ενστικτοδώς επέλεξαν να μη φύγουν, παρόλο που την ηρεμία τους την είχαν χάσει. Τώρα πια έτρεχαν από αγωνία και όχι από φόρτο εργασίας. Δεν ήξεραν πώς έπρεπε να πράξουν για να σώσουν τις ζωές τους, αλλά πιο πολύ από το φόβο του θανάτου, φοβόντουσαν να αποχωριστούν το σπίτι τους. Τον κορμό τους.
Όσο κράτησε η μέρα το χέρι δεν τα ενόχλησε ξανά. Τα μυρμήγκια όμως δε συζητούσαν τίποτε άλλο πέρα από το χέρι και το πώς θα ξεφύγουν, αν ο κίνδυνος επιστρέψει. Εν τέλει, ξέχωρα από το άγχος τους, συνέχισαν να εργάζονται όπως πριν και σε εντατικότερους ρυθμούς, καθώς τα άλλα μυρμήγκια που είχαν διαλέξει την άτακτη φυγή και αναζητούσαν άστεγα πια τη νέα τους φωλιά, άφησαν πίσω τους περισσότερη εργασία στους παλιούς τους φίλους.
Η νύχτα έπεσε και προμηνύονταν καυτή. Η πιο καυτή της ζωής τους. Όλα ήταν έτοιμα. Η εστία... Τα προσανάμματα... Η παρέα... Όλα εκτός από αυτά, που σε λίγο θα παίζανε το χορό της φωτιάς. Πάνω που είχαν ηρεμήσει λοιπόν, το χέρι έφερε και τρίτο σεισμό. Ο πανικός, ο φόβος, οι ανούσιες βιαστικές διαδρομές επέστρεψαν. Ο τέταρτος σεισμός ήταν σαν έκρηξη. Ο κορμός έπεσε με ανθρώπινη αποφασιστηκότητα απάνω στα φλεγόμενα προσανάμματα, με τα μυρμήγκια να σκάνε μπροστά στα μάτια των συντρόφων τους, σαν πυροτεχνήματα. Άλλα νιώθοντας την υπερβολική θερμοκρασία χώνονταν όλο και πιο βαθιά. Άλλα πνίγονταν από τους καπνούς, άλλα έτρεχαν στις άκρες πανικόβλητα και άλλα εκστασιασμένα από την κάψα της φωτιάς,βουτούσαν μέσα της, λες και θυσιάζονταν σε κάποια τελετή μυρμηγκιών. Ο κορμός όλο και καίγονταν προς τα μέσα. Τα πρώτα της επιφάνειας είχαν παραδώσει πνεύμα. Τα υπόλοιπα που είχαν κρυφτεί στα βάθη, έκαναν την τελευταία απέλπιδα προσπάθεια να σωθούν. Βγήκαν όλα μαζί προς τα έξω και με όλη τη δύναμη που τους είχε απομείνει προς τις άκρες, προσπάθησαν να πηδήξουν στην άμμο. Μόνο που δεν ήξεραν πως κάνουν σάλτο. Εκείνη την ώρα το χέρι έπαιξε με τη φωτιά. Με ένα μακρόστενο κλαδί, έσπρωξε τον κορμό στον πυρήνα της. Τα μυρμήγκια έγιναν όλα στάχτη. Όλη η τέλεια συνεργασία τους στις μέχρι πρότινος υποχρεώσεις τους, δε στάθηκε δυνατή μπροστά σε αυτή την καταστροφική δοκιμασία.
Ύστερα από λίγη ώρα ένας δεύτερος κορμός έπεσε μέσα στις φλόγες. Ένα νέος αγώνας επιβίωσης ξεκίνησε.
Όλα κυλούσαν αρμονικά και συνηθισμένα, ώσπου, μια καλοκαιρινή ημέρα... Σεισμός! Τον κορμό σήκωσε από το έδαφος ένα χέρι! Ορισμένα μυρμήγκια εγκλωβίστηκαν κάτω από τα χοντρά δάχτυλα, που πίεζαν με δύναμη και πέθαναν ακαριαία. Άλλα έτρεχαν σοκαρισμένα πάνω κάτω, χωρίς να αντιλαμβάνονται τί συνέβη, γιατί συνέβη και πώς να το αντιμετωπίσουν. Ένιωθαν να μετακινούνται, να αιωρούνται και ξάφνου... Δεύτερος σεισμός! Σφοδρότερος από τον πρώτο. Η πρόσκρουση στην άμμο ήταν βίαιη. Μερικά μυρμήγκια έπεσαν από πάνω του και καθώς έφευγαν όσο πιο γρήγορα μπορούσαν φώναζαν να τα ακολουθήσουν. << Τρέξτε, τρέξτε! Ελάτε μαζί μας να σωθείτε!>>. Αυτά αρνήθηκαν. Τα περισσότερα είχαν μείνει πίσω. Ενστικτοδώς επέλεξαν να μη φύγουν, παρόλο που την ηρεμία τους την είχαν χάσει. Τώρα πια έτρεχαν από αγωνία και όχι από φόρτο εργασίας. Δεν ήξεραν πώς έπρεπε να πράξουν για να σώσουν τις ζωές τους, αλλά πιο πολύ από το φόβο του θανάτου, φοβόντουσαν να αποχωριστούν το σπίτι τους. Τον κορμό τους.
Όσο κράτησε η μέρα το χέρι δεν τα ενόχλησε ξανά. Τα μυρμήγκια όμως δε συζητούσαν τίποτε άλλο πέρα από το χέρι και το πώς θα ξεφύγουν, αν ο κίνδυνος επιστρέψει. Εν τέλει, ξέχωρα από το άγχος τους, συνέχισαν να εργάζονται όπως πριν και σε εντατικότερους ρυθμούς, καθώς τα άλλα μυρμήγκια που είχαν διαλέξει την άτακτη φυγή και αναζητούσαν άστεγα πια τη νέα τους φωλιά, άφησαν πίσω τους περισσότερη εργασία στους παλιούς τους φίλους.
Η νύχτα έπεσε και προμηνύονταν καυτή. Η πιο καυτή της ζωής τους. Όλα ήταν έτοιμα. Η εστία... Τα προσανάμματα... Η παρέα... Όλα εκτός από αυτά, που σε λίγο θα παίζανε το χορό της φωτιάς. Πάνω που είχαν ηρεμήσει λοιπόν, το χέρι έφερε και τρίτο σεισμό. Ο πανικός, ο φόβος, οι ανούσιες βιαστικές διαδρομές επέστρεψαν. Ο τέταρτος σεισμός ήταν σαν έκρηξη. Ο κορμός έπεσε με ανθρώπινη αποφασιστηκότητα απάνω στα φλεγόμενα προσανάμματα, με τα μυρμήγκια να σκάνε μπροστά στα μάτια των συντρόφων τους, σαν πυροτεχνήματα. Άλλα νιώθοντας την υπερβολική θερμοκρασία χώνονταν όλο και πιο βαθιά. Άλλα πνίγονταν από τους καπνούς, άλλα έτρεχαν στις άκρες πανικόβλητα και άλλα εκστασιασμένα από την κάψα της φωτιάς,βουτούσαν μέσα της, λες και θυσιάζονταν σε κάποια τελετή μυρμηγκιών. Ο κορμός όλο και καίγονταν προς τα μέσα. Τα πρώτα της επιφάνειας είχαν παραδώσει πνεύμα. Τα υπόλοιπα που είχαν κρυφτεί στα βάθη, έκαναν την τελευταία απέλπιδα προσπάθεια να σωθούν. Βγήκαν όλα μαζί προς τα έξω και με όλη τη δύναμη που τους είχε απομείνει προς τις άκρες, προσπάθησαν να πηδήξουν στην άμμο. Μόνο που δεν ήξεραν πως κάνουν σάλτο. Εκείνη την ώρα το χέρι έπαιξε με τη φωτιά. Με ένα μακρόστενο κλαδί, έσπρωξε τον κορμό στον πυρήνα της. Τα μυρμήγκια έγιναν όλα στάχτη. Όλη η τέλεια συνεργασία τους στις μέχρι πρότινος υποχρεώσεις τους, δε στάθηκε δυνατή μπροστά σε αυτή την καταστροφική δοκιμασία.
Ύστερα από λίγη ώρα ένας δεύτερος κορμός έπεσε μέσα στις φλόγες. Ένα νέος αγώνας επιβίωσης ξεκίνησε.
Παρασκευή 14 Ιουνίου 2013
Λιπ Μονίς - Το κακό
Μέρες τώρα βασανιζόταν
από αυτό. Στριφογύριζε στο μυαλό του, χωρίς να μπορεί να σταματήσει να το
σκέφτεται, ανίκανος να αποβάλλει σχετικές με αυτό σκέψεις, όσο κι αν
προσπαθούσε, όσο και αν είχε ασχοληθεί τόσο καιρό με τόσα άλλα πράγματα, προσπαθώντας
να αποσπάσει το νου του από την τρομερή αυτή σκέψη. Το στομάχι του, η κοιλιά
του, το κορμί του ολόκληρο συμμετείχε σε αυτό το αίσθημα δυσφορίας. Είχε το
κακό μέσα του και δεν μπορούσε να φανταστεί τον τρόπο με τον οποίο θα μπορούσε
να το αποβάλλει από τον οργανισμό του. Ένιωθε καταδικασμένος. Η δυστυχία του
μεγάλωνε ολοένα, ιδιαίτερα μετά την τρίτη ημέρα, όταν και άρχισε να πιστεύει
ότι ποτέ δε θα απελευθερωθεί από αυτό. Το απροσδιόριστο αίσθημα δυσαρέσκειας
άρχισε να γίνεται πιο έντονο, ενώ λίγες ήταν οι στιγμές κατά τις οποίες αυτός
ξεχνιόταν και δεν έδινε σημασία στον πόνο του. Γρήγορα αυτές οι στιγμές
περνούσαν και η γνώριμη άσχημη αίσθηση έπαιρνε τη θέση τους. Είχε το κακό μέσα
του και σιγά σιγά η απογοήτευσή του μεγάλωνε τόσο ώστε άρχισε να πιστεύει ότι
ατό θα είναι αυτό που θα τον καταστρέψει, αυτό που θα τον φέρει στο τέλος του,
που θα του τερματίσει τη ζωή, μια ζωή στην οποία ουκ ολίγες καταχρήσεις είχε
κάνει και αρκετές ήταν οι φορές που είχε κακομεταχειριστεί το κορμί του.
Αυτό όμως τώρα ήταν κάτι διαφορετικό,
κάτι πρωτόγνωρο, κάτι που δεν έβλεπε με ποιο πιθανό τρόπο θα μπορούσε να το
αντιμετωπίσει. Το κακορίζικο αυτό αίσθημα δυσφορίας φαινόταν να είναι πάνω από
τις δυνάμεις του, ενώ γιγαντωνόταν μέσα του κάθε στιγμή της ημέρας που πέρναγε
ξύπνιος. Αλλά και τα βράδια πριν κοιμηθεί, βίωνε στιγμές πόνου χωρίς
προηγούμενο, ανήμπορος να αντιδράσει, ιδρωμένος στο κρεβάτι του να κρυώνει από
αυτό που αποκαλούσε απλά «το κακό». Είχε το κακό μέσα του και ήταν αβοήθητος,
ανυπεράσπιστος, ανίκανος να επιβληθεί στο ίδιο του το κορμί και το νου.
Διότι το κακό κατέτρεχε το μυαλό
του, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που κατέστρεφε το σώμα του. Σκοτεινές σκέψεις
κυρίευαν τη φαντασία του και αυτός στεκόταν απλός παρατηρητής του εκφυλισμού του
ίδιου του του εαυτού. Η άβυσσος βρισκόταν μπροστά του και τον περίμενε κάθε
φορά που τολμούσε να σβήσει το φως για να κοιμηθεί μάταια. Γιατί ένας ανήσυχος
ύπνος τον έπαιρνε, ώρες μόνο αφού είχε καταπονηθεί με σωματικούς και ψυχικούς
πόνους. Και κατά τη διάρκεια αυτού του θλιβερού ύπνου, ζοφεροί εφιάλτες τον
επισκέπτονταν, υπενθυμίζοντάς του ότι το κακό είναι ακόμα μαζί του και
επρόκειτο να είναι μαζί του και την επόμενη μέρα το πρωί.
Μία εβδομάδα σχεδόν αργότερα, ήταν
ένα ψυχικό ράκος, σκιά του παλιού του εαυτού, του υγιούς ανθρώπου που ήταν
δραστήριος, ακόμη και ευχάριστος για τα κοινωνικά δεδομένα. Έβλεπε πλέον το
τέλος να έρχεται κοντά του και αυτός το μόνο που μπορούσε να κάνει είναι να το
περιμένει. Το κακό είχε κυρίως καταστρέψει την ψυχολογία του, χωρίς αυτό να
σημαίνει ότι το κορμί του βρισκόταν σε καλύτερη μοίρα. Δεν ήξερε τι να κάνει. Ο
παλιός του εαυτός, ο αισιόδοξος, αυτός που δεν τα παρατούσε εύκολα στις
δυσκολίες, ήθελε να παλέψει, να αντιδράσει, να εναντιωθεί
στο κακό, μα πώς;
Τράβηξε το καζανάκι.
«Καλά, το θελα πάρα πολύ αυτό το
χέσιμο».
Δευτέρα 10 Ιουνίου 2013
Βρόντο - Πολεμοκάπηλοι
Πολεμοχαρείς απάνθρωποι, απάνθρωποι πολεμοκάπηλοι.
Τί είναι γι' αυτούς η εξουσία? Ό,τι για το στομάχι ο αγλέορας.
Σαν ανούσια καλλιέργεια δέντρων δίχως καρποφόρηση
θερίζουν την αμάθεια στα σχολεία, σκορπώντας τη στο δρόμο.
Κάθε νύχτα κάνουν περιπολίες, αναζητώντας τη Γνώση.
Ανακρίνουν καταδότες γι΄αυτή. Ανακρίνουν ραμμένα στόματα γι' αυτή.
Οι πολεμοκάπηλοι τους υποτακτικούς, τους παίρνουν τα κεφάλια
και σα μεγάλα καζάνια που κοχλάζουν, μαγειρεύουν ιδέες μέσα
με τη διαφορά ότι τα καπακώνουν με ένα χακί κράνος.
Ρίχνουν φαρμάκι για να τα νοθεύσουν, να μην επηρεάζονται από τους καιρούς.
Ρίχνουν χρώμα. Το χρώμα που αμαυρώνει κάθε λογής άλλο χρώμα.
Στο μυαλό μου, πρώτα έρχεται το μαύρο σύννεφο και μετά το ουράνιο τόξο.
Στο μυαλό τους φέρνουν τη μπόρα να αφανίσουν την επουράνια φαντασία.
Τα κεφάλια των ανυπότακτων δε μαγειρεύονται.
Τα πετάνε στα σκυλιά ή στα σκουπίδια.
Γλώσσα δικιά τους δεν έχουν οι πολεμοκάπηλοι.
Η φωνή τους αντηχεί ύμνους μισάνθρωπους.
Η φωνή τους είναι μαχαίρι καρφωμένο
στην πλάτη της σπασμένης σε κομμάτια γης.
Πόσο απέχει το χέρι που ξεριζώνει ένα λουλούδι
να φτάσει να ξεριζώσει ένα λαό ή μόνο μια ψυχή?
Τα μικρά παιδιά σήμερα δε φυτεύουν. Ξεριζώνουν.
Προσοχή.
Αγαπήστε τα. Γελάστε μαζί τους. Παίξτε μαζί τους.
Ο γονιός, όταν γίνεται γονιός, γίνεται δάσκαλος.
Ο γονιός, όταν γίνεται γονιός, γίνεται και παιδί.
Άραγε -απορώ- γίνεται στ' αλήθεια αυτά τα δύο?
Τί είναι γι' αυτούς η εξουσία? Ό,τι για το στομάχι ο αγλέορας.
Σαν ανούσια καλλιέργεια δέντρων δίχως καρποφόρηση
θερίζουν την αμάθεια στα σχολεία, σκορπώντας τη στο δρόμο.
Κάθε νύχτα κάνουν περιπολίες, αναζητώντας τη Γνώση.
Ανακρίνουν καταδότες γι΄αυτή. Ανακρίνουν ραμμένα στόματα γι' αυτή.
Οι πολεμοκάπηλοι τους υποτακτικούς, τους παίρνουν τα κεφάλια
και σα μεγάλα καζάνια που κοχλάζουν, μαγειρεύουν ιδέες μέσα
με τη διαφορά ότι τα καπακώνουν με ένα χακί κράνος.
Ρίχνουν φαρμάκι για να τα νοθεύσουν, να μην επηρεάζονται από τους καιρούς.
Ρίχνουν χρώμα. Το χρώμα που αμαυρώνει κάθε λογής άλλο χρώμα.
Στο μυαλό μου, πρώτα έρχεται το μαύρο σύννεφο και μετά το ουράνιο τόξο.
Στο μυαλό τους φέρνουν τη μπόρα να αφανίσουν την επουράνια φαντασία.
Τα κεφάλια των ανυπότακτων δε μαγειρεύονται.
Τα πετάνε στα σκυλιά ή στα σκουπίδια.
Γλώσσα δικιά τους δεν έχουν οι πολεμοκάπηλοι.
Η φωνή τους αντηχεί ύμνους μισάνθρωπους.
Η φωνή τους είναι μαχαίρι καρφωμένο
στην πλάτη της σπασμένης σε κομμάτια γης.
Πόσο απέχει το χέρι που ξεριζώνει ένα λουλούδι
να φτάσει να ξεριζώσει ένα λαό ή μόνο μια ψυχή?
Τα μικρά παιδιά σήμερα δε φυτεύουν. Ξεριζώνουν.
Προσοχή.
Αγαπήστε τα. Γελάστε μαζί τους. Παίξτε μαζί τους.
Ο γονιός, όταν γίνεται γονιός, γίνεται δάσκαλος.
Ο γονιός, όταν γίνεται γονιός, γίνεται και παιδί.
Άραγε -απορώ- γίνεται στ' αλήθεια αυτά τα δύο?
Παρασκευή 7 Ιουνίου 2013
Ormon - Αναμονή
τι κοιτατε κ τι περιμενετε κοιτωντας
πεταω απο πάνω τους,πανω από κεφαλές'
οπλισμενες,εγκεφαλους επικινδυνους έτοιμους να λειτουργησουν
σε καθε σκοτεινο σχεδιο που τους προτασσετε
μα αυτοι δεν εχουν φτερα
ασυμφορο και μάταιο,
πυρωμενα μυρμηγκια στην κιτρινη λαμπα του καλοκαιριου.
τι περιμενατε κ τι ξεχασατε περιμενοντας.
Αυτος ειναι ο ηλιος,ξυπναω,
περιμενω το φαγητο μου
αναπαυση,περιμενω να θυμηθω,σηκωνομαι.
Εχει ζεστη,αναταση,αναστατωση'βγαινω,
πολυ ζεστη εχει και
περιμενω τα βηματα μου να συντονισουν εμενα,
περιμενω ενα φαναρι,τωρα το επομενο
διαβαση στο συνθετικο περιβαλλον
μοντελο της φυσης-πλαστικο
ταξικη σκονη,μεταλλο κ μπετον.
Περιμενω λιγα λαστιχα επανω στα μαυρα ποταμια,
με πηγαινουνε στο σημειο Α.
Περιμενω το ραντεβου μου
πλησιαζει πριν το τελος,ο Υ εμφανιζεται
συνεχιζω στην αναμονη
περιμενω,περιμενω να γινω εγω
περιμενουνε να με κανουνε σαν αυτους,
ξεγελιεμαι και περιμενω την παχουλη'δηθεν ευγενικη'
κυρια να με πληρωσει τα μηνιατικα
νταβατζιλικια μου στο Β.
περιμενω στο Γ,δυο καφεδες μετα απο μπολικο αλκοολ,
περιμενουμε τον Χ να μας τους σερβιρει
περιμενω να δω και τι κωλο κουβαλαει η Ω
που περναει απο μπροστα μας
περιμενω ο δικος μου να ρουφιξει
μανιακα και αγχωμενα τον αφρο του γενους μας
να σηκωθει,περ(ιμε)νουμε αργα το πουλο.
βρισκομαστε να περπαταμε-σκυμενα τα σακακια μηχανικα.
παλι τροφη ζηταν-συναντησαμε τυχαια την Ζ
περιμενω μια μαλακία να ξεπροβαλει απο
τα χειλη της,μπας και μαλακωσει η υπομονη μου
εχει νευρα βρωμικα,γερα και νεα.
Την θυμαται,οσο περιμενω την ετοιμαζει και την γαμαει.
Περιμενω,αργει μα τελειωνει.Μουγκριζει και πισω ξανα'
εξω στο κωλαδικο-στα ποταμια,περπαταμε σκυφτα στον αξεστο ρυθμο μας
βλεπουμε τους αλλους,μοιαζουνε να περιμενουνε τους κανονες
βλεπουμε και τα καλωδια να κρεμονται,ηλεκτροφοροι πυλωνες
ποταμια που δεν εχουν πρασινα δεντρα,
μισος αδυναμων,μισαλλοδοξων και μνησικακων ζωων
ετοιμο να κοπει και να πεσει μεσα σ'αυτα τα ποταμια.
Φιλμ που τρεχει λαχανιασμενο και μανιασμενο.
Δεν θα'ναι ταινια μικρου,μεγαλου-μεσαιου μηκους,
ειναι καποια σταση ενος εξπρες,λιγη ζωη και μεσα της αναμονη
Πριν και μετα,ανωμαλη αναμονη,αφετηρια του τελους.
πεταω απο πάνω τους,πανω από κεφαλές'
οπλισμενες,εγκεφαλους επικινδυνους έτοιμους να λειτουργησουν
σε καθε σκοτεινο σχεδιο που τους προτασσετε
μα αυτοι δεν εχουν φτερα
ασυμφορο και μάταιο,
πυρωμενα μυρμηγκια στην κιτρινη λαμπα του καλοκαιριου.
τι περιμενατε κ τι ξεχασατε περιμενοντας.
Αυτος ειναι ο ηλιος,ξυπναω,
περιμενω το φαγητο μου
αναπαυση,περιμενω να θυμηθω,σηκωνομαι.
Εχει ζεστη,αναταση,αναστατωση'βγαινω,
πολυ ζεστη εχει και
περιμενω τα βηματα μου να συντονισουν εμενα,
περιμενω ενα φαναρι,τωρα το επομενο
διαβαση στο συνθετικο περιβαλλον
μοντελο της φυσης-πλαστικο
ταξικη σκονη,μεταλλο κ μπετον.
Περιμενω λιγα λαστιχα επανω στα μαυρα ποταμια,
με πηγαινουνε στο σημειο Α.
Περιμενω το ραντεβου μου
πλησιαζει πριν το τελος,ο Υ εμφανιζεται
συνεχιζω στην αναμονη
περιμενω,περιμενω να γινω εγω
περιμενουνε να με κανουνε σαν αυτους,
ξεγελιεμαι και περιμενω την παχουλη'δηθεν ευγενικη'
κυρια να με πληρωσει τα μηνιατικα
νταβατζιλικια μου στο Β.
περιμενω στο Γ,δυο καφεδες μετα απο μπολικο αλκοολ,
περιμενουμε τον Χ να μας τους σερβιρει
περιμενω να δω και τι κωλο κουβαλαει η Ω
που περναει απο μπροστα μας
περιμενω ο δικος μου να ρουφιξει
μανιακα και αγχωμενα τον αφρο του γενους μας
να σηκωθει,περ(ιμε)νουμε αργα το πουλο.
βρισκομαστε να περπαταμε-σκυμενα τα σακακια μηχανικα.
παλι τροφη ζηταν-συναντησαμε τυχαια την Ζ
περιμενω μια μαλακία να ξεπροβαλει απο
τα χειλη της,μπας και μαλακωσει η υπομονη μου
εχει νευρα βρωμικα,γερα και νεα.
Την θυμαται,οσο περιμενω την ετοιμαζει και την γαμαει.
Περιμενω,αργει μα τελειωνει.Μουγκριζει και πισω ξανα'
εξω στο κωλαδικο-στα ποταμια,περπαταμε σκυφτα στον αξεστο ρυθμο μας
βλεπουμε τους αλλους,μοιαζουνε να περιμενουνε τους κανονες
βλεπουμε και τα καλωδια να κρεμονται,ηλεκτροφοροι πυλωνες
ποταμια που δεν εχουν πρασινα δεντρα,
μισος αδυναμων,μισαλλοδοξων και μνησικακων ζωων
ετοιμο να κοπει και να πεσει μεσα σ'αυτα τα ποταμια.
Φιλμ που τρεχει λαχανιασμενο και μανιασμενο.
Δεν θα'ναι ταινια μικρου,μεγαλου-μεσαιου μηκους,
ειναι καποια σταση ενος εξπρες,λιγη ζωη και μεσα της αναμονη
Πριν και μετα,ανωμαλη αναμονη,αφετηρια του τελους.
Τρίτη 4 Ιουνίου 2013
Tevfik Fikret - Haluk's Credo ( Η πίστη του Χαλούκ)
There is a universal power, supreme and limitless
Holy and sublime, with all my heart, so
do I believe
The earth is my homeland, my nation all humankind;
A person becomes human only by knowing this, so
do I believe
We are Satan, and jinn, there's no devil, no angels
Human beings will turn this world into paradise, so
do I believe
The perfect is immanent in creation; in that perfection
By way of the Torah, of the Gospels, of the Koran
do I believe
The children of humanity are each other's siblings... a dream?
Then so be it, for in that dream, with all my heart and soul,
do I believe
No one eats human flesh; deep-down, in this solace
-Forgetting my ancient ancestors for a moment-
do I believe
Blood nourishes violence and violence blood; this enmity
Is a flame in the blood that blood never quenches, so
do I believe
Surely this graveyard-existence will be followed
By refulgent resurrection, with utter certainty, so
do I believe
Before the miracle of that great sorcerer, reason,
Superstition will sink frustrated, into the earth, so
do I believe
Δευτέρα 3 Ιουνίου 2013
Εγγραφή σε:
Σχόλια (Atom)

.jpg)