Ειρήνη μεταξύ ανθρώπων - Πόλεμο με τους απάνθρωπους

poetry the soul's kingdom

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διήγημα του Βρόντο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διήγημα του Βρόντο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 4 Δεκεμβρίου 2014

Anno Domini - Shadow Chasing

Vr.





Από το πουθενά γεννήθηκε ένα βρέφος με σκοτούρες αλλονών και σε μολυσμένο νέφος. Τα κλάμαμτα δεν έβαζε το νομίζαν πεθαμένο...Έκανε αστεία..Το αναθεματισμένο. Τους έκανε όμως τη χάρη. Σημάδι ζωής έδωσε, η μόνη διαφορά; Αντί να κλάψει γέλασε. Η μάνα του ησύχασε, η πρώτη μπόρα πέρασε. Το μέλλον δεν αργεί..Κι άλλη πίκρα κέρασε. Κράτα λοιπόν τα μπόσικα. Η υπομονή είναι αρετή. Τί θα πει ζωή δουλική; Τί ελεύθερη και τρελή; Όσο μεγάλωνε, τόσο τον περνούσαν για τρελό. Απορούσανε που έριχνε στα μπουκάλια το φελό. Αυθόρμητος συνεχώς. Δεν τον ένοιαζε πράμα. Οι φίλοι τον συμβούλευαν, οι συγγενείς του  κάναν τάμα. Ήθελε να ζει ανέμελα. Έτσι ήταν το σκεπτικό του. Πουλώντας λίγη τρέλα, βοηθώντας τον διπλανό του. Πήγε πανεπιστήμιο, σαν έξυπνο παλικάρι. Η μοίρα του όμως.. έτοιμη να μπαρκάρει. Αρχικά όλα φαίνονταν καλά..Όταν τον ρωτάγανε; Όλα καλά και ανθηρά.. Δραστηριότητες πολλές, κουβέντες φιλοσοφικές, δεν έβγαζε χολές, σχέσεις αντιφατικές. Κάποιοι έβρισκαν το λόγο του πειστικό, κάποιοι χαζό και τρελό και κάποιοι εριστικό. Πριν να τον μαζέψουν..Είχε αποτραβηχτεί. Δε γούσταρε πολλά με κάποιους είχε φαγωθεί. Γύρω στο έτος πέμπτο πριν πέσει για ύπνο τα 'λεγε πότε πότε με τύπους από τη Λήμνο. Νοητικά πραγματικοί, τα μιλάγαν ασταμάτητα, βαδίζανε παρέα σε μονοπάτια απάτητα. Ο κύκλος του ανησύχησε κι έκανε το λάθος. Φώναξε τους γιατρούς. Τον σκότωσε κάτα... βάθος.


Σε μια νύχτα αφέγγαρη, τον δέσαν και τον ξύρισαν. Τέσσερεις τον κρατούσαν, τον σήκωσαν και τον κλείδωσαν. Στολές τον απαρτίζαν. Με χάπια τον ποτίζαν. Ηλεκτροσόκ τον γονατίζαν. Άλλοι αποφασίζαν. Η δυστυχία των τρελών; Η ευτυχία των γιατρών. Μέσα από τα χέρια τους η αρπαγή των χαρών. Πώς να τον γιατρέψουν οι αρρωστημένοι; Του νεκρώσαν κάθε κύτταρο οι μαλακισμένοι. Στο κορμί του ψυχοφάρμακα και χίλιες παρενέργειες, μαστούρα στο κεφάλι, χαμένες ψυχεδέλιες. Γράμματα ανύπαρκτα να μη γνωρίζει τί θα πάθει. Δεν ένιωθε τι καταπίνει, χαμένος ο αυτοέλεγχος πια για να μάθει. Τον έστειλαν στο κελί, μέρα νύχτα τον απομονώνουν. Ο ήλιος έχει χαθεί, οι φίλοι δεν τον σώνουν. Δύο μήλα την ημέρα, τον γιατρό τον κάνουν πέρα. Δέκα χάπια την ημέρα, τον γιατρό τον κάνουν λέρα. Τον πιάσανε ρίγη, τα έβλεπε θολά, ξεράθηκε το στόμα του, τα φάρμακα πολλά. Έγινε δυσκίνητος..αργός..παρανοικός..τον πιάσανε ψυχώσεις..έγινε μανιακός. Με αυτή τη θεραπεία του διαλύσανε το σώμα. Στο κρεβάτι ηλεκτροσόκ. Τον στείλανε σε κώμα. Γεμίζοντας την τσέπη, του αδειάσανε το μυαλό. Η λοβοτομή; Τον κατάντησε φυτό. Φάρμακα παράλυσης για να μην ουρλιάζει. Η κρίση επιληψίας το σώμα του ταράζει. Ο άνθρωπος από το πουθενά έγινε άρρωστος. Του δηλητηρίασε το μυαλό συνάνθρωπος άσωτος. Οι άτιμοι ορκίζονται. Οι τίμιοι αιχμαλωτίζονται. Μπροστά στο βωμό του κέρδους θυσία γίνονται. Πειράματα σε ανθρώπους. Κορμιά κείτονται. Κανείς δε νοιάζεται κι έτσι αφανίζονται.


Κυριακή 26 Ιανουαρίου 2014

Βρόντο - Όνειρο φανταστικό

Κάπου στα μισά, είδε ένα όνειρο. Η μέρα με τη νύχτα εναλλάσσονταν συνεχώς, χωρίς σταθερότητα, όπως αλλάζει μέσα σε δευτερόλεπτα η διάθεση των ανθρώπων. Δεν υπήρχε χρόνος στο ηλιοβασίλεμα και την ανατολή. Λες και γύριζαν μονομιάς όποτε ήθελαν, η σελήνη και ο ήλιος πλάτη στη γη. Τη μέρα ο καιρός ήταν πολύ ψυχρός, σε σημείο ψύχους και ο ήλιος έδειχνε πολύ μακρινός, αρκετά μικρότερος και αδύναμος. Τον κοιτούσε κατάματα, χωρίς να κουράζεται και να θολώνει. Τη νύχτα το φεγγάρι ήταν γεμάτο, αλλά σκοτεινό, με τις ηλιαχτίδες να πέφτουν πάνω του, όπως το φως του κεριού σ’ έναν ανάγλυφο τοίχο. Περπατούσε σ’ έναν δρόμο γυμνό. Δεν είχε ίχνος δέντρου, παρά μόνο κάτι ψυχρά, άχαρα, τετραγωνισμένα σπίτια, σκεπασμένα από παγωμένο, αποκρυσταλλωμένο χιόνι. Της φαίνονταν ακατοίκητα. Ήταν πολύ βαριά ντυμένη. Με τόσα ρούχα πάνω της ένιωθε σα να κουβαλάει ολόκληρη βαλίτσα με το κορμί της. Πάντως μες στο ψύχος κρατιόταν ζεστή. Στο διάβα της δε συνάντησε ούτε ένα ίχνος ζωής. Ούτε ένα φως στα μπαλκόνια, ούτε μία πατημασιά στο χιόνι. Όσο προχωρούσε η μέρα με τη νύχτα είχαν αλλάξει καμιά δεκαριά φορές. Ξαφνικά ένιωσε σα να άκουσε μία φωνή. Έπιασε μία μελωδία. Κάποιος τραγουδούσε. Κατευθείαν έλαμψε το πρόσωπό της, χαμογέλασε, ξημέρωσε και άνοιξε το βήμα, πλησιάζοντας με γοργό περπάτημα τη φωνή. Όταν μετά από μερικά στενά τον έφτασε, παραξενεύτηκε. Ήταν ένας κλόουν ντυμένος άνοιξη. Φόραγε κάτι κίτρινα φωτεινά – αλλά χωρίς να γυαλίζουν- παλιοπάππουτσα, ένα παντελόνι φαρδύ και κάπως κοντό, θυμίζοντάς της κοκκινόχωμα μιας ερήμου, δυο ξεθωριασμένες γαλάζιες τιράντες και ένα πουκάμισο που είχε χίλια χρώματα. Το πρόσωπο του, το είχε βάψει σε αποχρώσεις του πορτοκαλί, του κόκκινου και του μωβ, νιώθοντας σα να αντικρίζει το ξημέρωμα  μέσα από τον ορίζοντα μίας θάλασσας. Το βαμμένο γέλιο του, από τη μία άκρη ως την άλλη, ήταν καταπράσινα φωτεινό και τα μαλλιά του αφάνα, καστανά. Ο κλόουν έδινε παράσταση στο τίποτα. Στο κενό. Ούτε πιτσιρίκια, νέοι, ούτε μεγάλοι, ούτε γέροι βρίσκονταν εκεί. Τραγουδούσε, έπαιζε μόνος του, έφτιαχνε διάφορες αστείες μορφές με το χιόνι και άλλοτε το έλιωνε στο χέρι του με τη ζεστή ανάσα του, κάνοντάς το νερό. Γελούσε δυνατά μόνος του λες κι έκανε μαγικό. Το γέλιο του ώρες-ώρες, ήταν τόσο εκκωφαντικό, σα να είχε δώσει εντολή στον αέρα να το στείλει σε όλα τα μέρη, να το ταξιδέψει όπου υπάρχει ψυχή. Δε μίλησαν καθόλου. Απλά άρχισαν να παίζουν χιονοπόλεμο ευτυχισμένοι και να κυνηγιούνται. Κι εκεί που γελούσε και τον κυνηγούσε, το χιόνι αποκτώντας μεταφυσική δύναμη, σηκώθηκε ψηλά, σαν ένα φουσκωμένο κύμα και ρούφηξε τον κλόουν μέσα στην παγωμένη γη. Έγινε καπνός. Αέρας κοπανιστός. 
Η μέρα θάφτηκε μαζί με τον κλόουν και τα γέλια μέσα στο χιόνι, απότομα. Η νύχτα και η σιωπή έπεσαν σαν κεραυνός πάνω της. Μα κάθε φορά που σιγοσφύριζε τη μελωδία του κλόουν, έκλεβε τη σιωπή, γεμίζοντας το σκοτάδι με μουσική.


 
Χορευτό, Ιανουάριος 2014

Παρασκευή 17 Ιανουαρίου 2014

Βρόντο - Το άγνωστο βουνό

   Ήταν μία καλοκαιρινή δροσερή ημέρα, ασημένια, όπου τα πάντα καθρεφτίζονταν στο νερό με ένα μαγικό τρόπο. Η ομίχλη ταξίδευε ανάμεσα στις πλαγιές, σα να σκαρφάλωνε προς τη διάλυσή της, καθώς οι ηλιαχτίδες με τη βαρυτική τους δύναμη την έλκυαν προς τον ουρανό και την εξαφάνισή της.
   Σε αυτόν τον άγνωστο τόπο, της άγνωστης χώρας, υπήρχε ένας άγνωστος ποταμός σε ένα άγνωστο βουνό. Ζούσε για χρόνια η παρέα εκεί. Η οποία παρέα δημιουργήθηκε, γνωρίστηκε και ενώθηκε μέσα στο δάσος. Πριν βρεθούν εκεί όλως τυχαίως, ελάχιστοι γνωρίζονταν μεταξύ τους. Είχαν στήσει τις ζωές τους σε δύο σημεία του βουνού. Και τα δύο ήταν κοντά στο νερό. Το καλοκαίρι ανέβαιναν ψηλά, στα χίλια τριακόσια μέτρα υψόμετρο. Το χειμώνα κατέβαιναν χαμηλότερα, καθώς ο χειμώνας ήταν βαρύς, ψυχρός και διαρκής. Το ποτάμι ήταν πεντακάθαρο, παγωμένο και κρυστάλλινο.  Το μπάνιο εκεί έμοιαζε πραγματικά με ηλεκτροσόκ. Εγκεφαλική διέγερση και σύσφιξη κάθε σπιθαμής του κορμιού ήταν οι κύριες αισθήσεις, όποτε βουτούσαν. Οι πνεύμονες άνοιγαν σαν τεντωμένα φτερά μεγαλοπρεπούς αετού. Απόλυτη, αυθόρμητη, απολαυστική υγεία. Χωρίς να ψυχαναγκάζονται να ζουν υγιεινά. Απλά συνέβαινε φυσικά.
   Αλλού τα νερά κινούνταν ήρεμα, σα γαλήνια μουσική σε αρμονία και αλλού, που οι όχθες στένευαν τα περάσματα απειλητικά, αγρίευαν και έτρεχαν σαν αγρίμια που κυνηγούν το θήραμα, καταλήγοντας να πέφτουν καταρρακτωδώς σε μία άπλα όπου ηρεμούσαν ξανά.
   Ένας από την παρέα κάθονταν γυμνός πάνω σ’ ένα λείο βράχο καταμεσής του ποταμού. Μπροστά σε όλη τη θέα γύρω του ένιωθε σα να ήταν κομμάτι μίας ζωγραφιάς. Μερικά μέτρα πιο κάτω τα νερά γίνονταν απότομα και ορμητικά. Εκεί, του ήρθαν τα λόγια κάποιου διάσημου, μάλλον διανοούμενου, ο οποίος είχε εκφράσει την εξής απορία : << Γιατί να λέμε βίαια τα νερά ενός ποταμού και όχι τις όχθες που τα περιορίζουν ? >>
   Κάθισε το σκέφτηκε για λίγη ώρα και ύστερα ξάπλωσε πάνω στο βράχο να λιαστεί ώσπου αποκοιμήθηκε.
   Κάθε μέρα η παρέα είχε διάφορες δραστηριότητες. Έκαναν πεζοπορίες, σκαρφάλωναν νεροφαγιές, ανέβαιναν στην κορυφή του βουνού, έκαναν ρομαντικές βόλτες κατά μήκος του ποταμού, μάζευαν βότανα, μανιτάρια, φρόντιζαν και  κυνηγούσαν ζώα για να τραφούν, καλλιεργούσαν ζαρζαβατικά και όσπρια, μαγείρευαν στη φωτιά, έπαιζαν παιχνίδια, μουσικές, ερωτοτροπούσαν, τραγουδούσαν, χόρευαν και πολλά πολλά άλλα. Άλλοτε σαν ομάδα και άλλοτε ατομικά, ο καθένας σα μονάδα.
   Ήταν πολύ καιρό στο βουνό και περνούσαν υπέροχα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ζούσαν εύκολα. Οι χειμώνες τους ήταν γεμάτοι από λευκές νύχτες, από σταλακτίτες, σταλαγμίτες, δύσκολοι και επικίνδυνοι χειμώνες, σαν τις χαράδρες και τους γκρεμούς που απαιτούσαν συγκέντρωση σε κάθε βήμα και τίποτα άλλο. Αλλά για κάποιο περίεργο λόγο ήταν υπέροχοι, καθώς είχαν μάθει να συμπεριφέρονται με σεβασμό προς το βουνό και τη ζωή τους.
   Ένα πρωινό μέσα στο δάσος, εμφανίστηκε ένας άνθρωπος, ο οποίος αφού συστήθηκε στην παρέα με ένα περίεργο όνομα, αυτοπαρουσιάστηκε σα μάγος. Η ενέργειά του όμως, χωρίς να γνώριζαν το γιατί, έπεφτε βαριά σα να έκρυβε κάτι. Κάποιο ένοχο μυστικό. Παρά το γεγονός αυτό, μιας και ήταν ήσυχος, ευγενικός και χαμογελαστός  τον δέχονταν πάντα με χαμόγελο και ευγένια, αν και στις περισσότερες δραστηριότητες δε συμμετείχε. Αυτό που έκανε συνεχώς ήταν να κοιμάται και να φτιάχνει – όπως ισχυρίζονταν - μαγικά ροφήματα από τα κρυφά βοτάνια του.
   Κάποιο από τα συνηθισμένα απογεύματα, η παρέα χαλάρωνε, χωνεύοντας το μεσημεριανό γεύμα. Μερικοί ήταν ξαπλωμένοι και χάζευαν τον καταπράσινο ουρανό που προσέφεραν τα πανύψηλα και πανάρχαια δέντρα. Κάποιοι άλλοι έπαιζαν παντομίμα, άλλοι μουσική, άλλοι σιγοτραγουδούσαν πάνω στους ρυθμούς και ορισμένοι παρατηρούσαν το θαύμα της ζωής γύρω τους. Παρατηρούσαν δέντρα κάθε ηλικίας. Αιωνόβια, γέρικα, επιβλητικά, με χοντρούς κορμούς και πεσμένα κλαδιά όσο υψώνονταν. Άλλα μικρότερα, σα να ήταν στη εφηβεία, έχοντας πάρει σχήμα σωστού δέντρου με εντυπωσιακή κορμοστασιά και άλλα μόλις που είχαν γεννηθεί και ξεπροβάλει από το χώμα, εύθραυστα και τρυφερά. Υπήρχαν και νεκρά δέντρα τριγύρω τους. Κορμοί πελώριοι πεσμένοι και σπασμένοι σα γίγαντες τροφοδότες του χώματος. Ζωή και θάνατος. Ένας κύκλος δίχως τελειωμό.
   Εκείνο το συνηθισμένο απόγευμα λοιπόν, ο μάγος είχε φέρει στο βράχο ένα σάκο με τα μαγικά βοτάνια. Τους είπε ότι θέλει να τους φτιάξει ένα μαγικό ρόφημα, που θα τους στείλει σ’ ένα φανταστικό ταξίδι. Τόσο φανταστικό, που ποτέ κανείς τους δεν έχει διανοηθεί να φανταστεί και κανείς τους δεν έχει ζήσει. Όλοι τους ενθουσιάστηκαν, πάνω στην αθωότητά τους. Του είπαν κατευθείαν ναι, δίχως ερωτήσεις.
   Ο μάγος όμως είχε σκοπό και συμφέρον και η βαριά ενέργεια που ένιωθαν κρύβονταν καλά, πίσω από τα αρώματα των βοτάνων και το ειρηνικό χαμόγελο.
   Πίνοντας το ρόφημα, μέσα σε λίγα λεπτά εξαφανίστηκαν από προσώπου γης. Χωρίστηκαν και ο καθένας τους βρέθηκε μέσα σε κελί, μαντρωμένος και κλεισμένος σε τέσσερεις τοίχους με πολλά και άχρηστα αντικείμενα, γεμάτα κουμπιά και καλώδια, που οι ίδιοι δεν αναγνώριζαν τί είναι και έψαχναν μανιωδώς τρόπο διαφυγής. Πάντα έπεφταν πάνω σε τοίχους. Κάθε λεπτό που πέρναγε γίνονταν θηρία ανήμερα, μα η εκτόνωσή τους στη φυλακή τους ήταν άστοχη και αυτοκαταστροφική. Ανυπομονούσαν να τελειώσει η επίδραση. Μα η επίδραση δεν τελείωνε. Και δεν τελείωνε. Και τα μαλλιά τους άσπρισαν. Και το βουνό τους, από το θαυμαστό κύκλο της ζωής του, στα χέρια του μάγου και με τη μαγική λέξη Πολιτισμός, μεταλλάχτηκε σε ένα τοπίο απαρτιζόμενο από άπειρους τέσσερεις τοίχους, κουμπιά και καλώδια.
   Ο ένας από την παρέα ήταν γεμάτος αίματα, μελανιές, ραγίσματα, κατάγματα και σπασίματα σε όλο του το κορμί. Η παράνοια της αιχμάλωτης ελευθερίας τον είχε καταβάλει και το μόνο πράμα που μονολογούσε ήταν αυτό : Γιατί να λέμε βίαια τα νερά ενός ποταμού και όχι τις όχθες που τα περιορίζουν?

Σάββατο 21 Δεκεμβρίου 2013

Βρόντο - Noom

   Βρίσκονταν σε μία παραλία γεμάτη με πολύχρωμα βότσαλα, θυμίζοντάς τους αφηρημένη τέχνη με  τράιμπαλ σχέδια. Σε μια γωνιά της παραλίας κάποιοι ή οι ίδιοι είχαν σχεδιάσει έναν τζόκερ και δεν το θυμόντουσαν. Πότε έγινε αυτός ο τζόκερ? Πότε ήρθανε άλλοι στην αμμουδιά? Ό,τι και να έγινε είναι ωραίος είπανε.
   Μέσα στη νύχτα, ξαπλωμένοι αγκαλιά, ο Ανδρέας και η Άννα, είδαν κάτι που ούτε με σφαίρες δε θα πίστευαν ότι το βλέπουν. Ένας ήλιος εμφανίστηκε μέσα στον έναστρο ουρανό. Μόνο που οι ηλιαχτίδες του κατευθύνονταν σε άλλο γαλαξία, σα να είχε μονόπλευρη κατεύθυνση το φως προς ένα άλλο σημείο. Γύρω του είχε δαχτυλίδια, σαν του Κρόνου, με τη διαφορά ότι ήταν στα χρώματα του ουράνιου τόξου, αλλάζοντας αποχρώσεις, όποτε οι ηλιακές εκρήξεις τα διαπερνούσαν βίαια.  Ήταν απίθανο το θέαμα. Ένας ήλιος ανάμεσα στα άστρα του νυχτερινού ουρανού.
  - Βλέπουμε ήλιο μέσα στη νύχτα? Όντως? Είναι δυνατόν?
  - Φανταστικό!
  - Μήπως μας έχουν απαγάγει εξωγήινοι? Φοβάμαι. Πού βρισκόμαστε? Του αποκρίθηκε.
  - Χαχα! Πλάκα θα είχε. Ας περπατήσουμε μήπως βρούμε κανένα άλιεν στο δρόμο να ρωτήσουμε.
   Καθώς περπατούσαν στο δρόμο, τρελάθηκαν! Μια αλυσίδα DNA εμφανίστηκε μπροστά στα όλο περιέργεια μάτια τους, η οποία πετούσε στους αιθέρες, αρμενίζοντας στα σύννεφα σα βαρκούλα στη θάλασσα.  Άρχισαν να τρέχουν, να δουν από κοντά τι συμβαίνει. Τα λίγα χιλιόμετρα απόσταση – από την αγωνία τους να μάθουν- καλύφθηκαν μέσα σε δευτερόλεπτα.
-  Ρε φίλε γεια σου! Τι ‘ναι αυτό το πράμα που πετάει στον ουρανό?
-  Ίνγκλις πλιζ. Του απάντησε ο τύπος με τα σκουλαρίκια στα αυτιά, που κάθονταν στην είσοδο.
-  Οκ. Γουάτ δε φακ ιζ δατ φάκινκ θινκ γουίτς φλάις του δε σκάι?
-   Ιτς νοτ φλάινκ. Ιτς ε μπριτζ. Κονέκτινκ του δε μουν.
-   Εντάξει ο τύπος είναι βλαμμένος, μ’ έχει κάψει. Ας ρωτήσουμε άλλον.
-   Εεεε μαν! Γουάτ ιζ δατ?
-   Γέφυρα στο φεγγάρι του απάντησε. Και δεν είναι βλαμμένος ο τύπος! Ό,τι κωλόκαιρο και να κάνει,αυτή έχει στάνταρ ταλάντευση σαν τον κυματισμό ήρεμης θάλασσας.
   Σκάσανε και οι δύο στα γέλια. Είχανε δακρύσει από τα γέλια και πέταγαν τη μία ειρωνεία μετά την άλλη, συνεχίζοντας να γελάνε σα σπαστικά. Αφού συνήλθαν διάβασαν το φυλλάδιο προσεχτικά και είδαν ότι όλα είναι τζάμπα! Ειδικά λεωφορεία, στολές, εξοπλισμοί. Τα πάντα!
  -  Πάμε?
  Πριν το σκεφτούν είχανε φορέσει τις διαστημικές στολές και έφυγαν στο διάστημα. Ήτανε εκστασιασμένοι πραγματικά. Με το που ξέφυγαν από τη γη και όλη την πίεσή της, χαλάρωσαν. Ο γαλαξίας με τ’ άστρα στο πιάτο. Ταξίδευαν στο διάστημα, κοιτάζοντας πίσω τους αυτή τη μπάλα  τη γη μαγεμένοι…
-  Μωρό μου αν δεν φορούσαμε όλες αυτές τις χαζομάρες θα κάναμε σεξ από άλλο διάστημα.
-   Χαχα!      
-   Λες να μπορούμε να κατέβουμε, να περπατήσουμε στη γέφυρα?
-   Πάμε τώρα στη σελήνη να δούμε τη φάση και στο γυρισμό περπατάμε.
-   Άκου τι συζητάμε!
   Φτάνοντας στο φεγγάρι, τριγύριζαν ανάμεσα σε δεκάδες διαστημάνθρωπους και χτισμένα οικήματα.
-   Ρε τι γίνεται εδώ? Πού ζούμε? Στο 8564?
-   Κοίτα! Φτιάχνουν κι άλλη αλυσίδα DNA! Πηγαίνει στον Άρη!
-   Από κάπου ακούγεται μουσική.
-   Φύγαμε!
   Πετάξανε τις στολές και έμειναν με τα ρούχα. Έπαιζε τεκ – χάουζ μίνιμαλ, αλλά ό,τι πιο διαστημικό ήχο μπορείς να φανταστείς. Να φανταστείς… Φαντάζεσαι? Χόρευαν στο φεγγάρι. Σα να ήταν ένα. Έκαναν έρωτα αυθόρμητα, παρορμητικά, μπροστά σε όλους τους εξωγήινους κολλημένοι σε ένα γυάλινο τοίχο, κοιτάζοντας τη γη.. Τον ήλιο… Τα άστρα… Μετεωρίτες περνούσαν ιλιγγιωδώς και χάνονταν… Είχαν χάσει τα μυαλά τους… Δεν τους ένοιαζε τίποτα… Μετά από ώρες χορού βγήκαν έξω και περπατούσαν εξερευνώντας κάθε πατημασιά τους.
- Καβάτζωσα λίγες πέτρες και φεγγαρίσιο χώμα… 
- Μμμ..μπραβο, να φτιάξουμε σεληνιακό κήπο στην αυλή μας.
- Αλάνια σ’ εκείνο τον κρατήρα που σκεπάζεται από αυτόν τον πράσινο τρούλο την πίνουνε. Χωρίς βαρύτητα. Σαν τη συνείδηση μας.
   Άνοιξαν την πόρτα και είδανε τα πάντα να αιωρούνται. Ιπτάμενοι μαστουρωμένοι άνθρωποι κυνηγούσαν ιπτάμενα τσιγαριλίκια σ’ έναν τεράστιο κυκλικό χώρο με λιγοστό φωτισμό.
-   Χελόου πίπολ! Φώναξε ο Ανδρέας με ένα ηλίθιο χαμόγελο ως τ’ αυτιά.
   Μήνυμα στο κινητό της Άννας. Το μάτι του Ανδρέα άνοιξε με τη μία.  Όχι ρε πούστη μου, γαμώ την τεχνολογία μου μέσα. Τι έπαθες έκανε η Άννα αγουροξυπνημένη, τεντώνοντας το κορμάκι της.
Τίποτα μωρό μου. Απλά σε πήγα βόλτα στο φεγγάρι και χτύπησε το κινητό σου.
- έ?!                                  

                                                                   Φινίτο. 

Τετάρτη 19 Ιουνίου 2013

Βρόντο - Ο Κορμός

   Τον κορμό τον είχε ξεβράσει η θάλασσα σε μια δυνατή φουρτούνα, ως το τελευταίο ύψωμα πολύ καιρό τώρα, σχεδόν κόντευε να μπει ο χειμώνας.Φαινόταν τόσο ήσυχος από το ανθρώπινο μάτι... Σαν άψυχο σώμα. Κι όμως μέσα του έσφιζε από ζωή. Άυπνα μυρμήγκια, οικογένειες ολόκληρες εργάζονταν ασταμάτητα, νύχτα μέρα. Δε γνώριζαν τη λέξη κούραση, ούτε τη λέξη διάλειμμα. Ο κορμός ήταν ένας μικρός πολιτισμός εργατικών μυρμηγκιών, ενώ παράλληλα η αμμουδιά έμοιαζε με αποθήκη τροφίμων, στην οποία δε δίσταζαν να απομακρύνονται και να κουβαλάνε για πολλά μέτρα την τροφή τους. Μέσα του ζούσανε κι άλλα μικρά πλάσματα. Κάποιες αράχνες στις προεξοχές του είχαν φτιάξει ιστούς, παγιδεύοντας μυγάκια κι άλλα μικροσκοπικά ζωύφια, ενώ τα σκουλήκια έγλειφαν τη λεία επιφάνειά του.
   Όλα κυλούσαν αρμονικά και συνηθισμένα, ώσπου, μια καλοκαιρινή ημέρα... Σεισμός! Τον κορμό σήκωσε από το έδαφος ένα χέρι! Ορισμένα μυρμήγκια εγκλωβίστηκαν κάτω από τα χοντρά δάχτυλα, που πίεζαν με δύναμη και πέθαναν ακαριαία. Άλλα έτρεχαν σοκαρισμένα πάνω κάτω, χωρίς να αντιλαμβάνονται τί συνέβη, γιατί συνέβη και πώς να το αντιμετωπίσουν. Ένιωθαν να μετακινούνται, να αιωρούνται και ξάφνου... Δεύτερος σεισμός! Σφοδρότερος από τον πρώτο. Η πρόσκρουση στην άμμο ήταν βίαιη. Μερικά μυρμήγκια έπεσαν από πάνω του και καθώς έφευγαν όσο πιο γρήγορα μπορούσαν φώναζαν να τα ακολουθήσουν. << Τρέξτε, τρέξτε! Ελάτε μαζί μας να σωθείτε!>>. Αυτά αρνήθηκαν. Τα περισσότερα είχαν μείνει πίσω. Ενστικτοδώς επέλεξαν να μη φύγουν, παρόλο που την ηρεμία τους την είχαν χάσει. Τώρα πια έτρεχαν από αγωνία και όχι από φόρτο εργασίας. Δεν ήξεραν πώς έπρεπε να πράξουν για να σώσουν τις ζωές τους, αλλά πιο πολύ από το φόβο του θανάτου, φοβόντουσαν να αποχωριστούν το σπίτι τους. Τον κορμό τους.
   Όσο κράτησε η μέρα το χέρι δεν τα ενόχλησε ξανά. Τα μυρμήγκια όμως δε συζητούσαν τίποτε άλλο πέρα από το χέρι και το πώς θα ξεφύγουν, αν ο κίνδυνος επιστρέψει. Εν τέλει, ξέχωρα από το άγχος τους, συνέχισαν να εργάζονται όπως πριν και σε εντατικότερους ρυθμούς, καθώς τα άλλα μυρμήγκια που είχαν διαλέξει την άτακτη φυγή και αναζητούσαν άστεγα πια τη νέα τους φωλιά, άφησαν πίσω τους περισσότερη εργασία στους παλιούς τους φίλους.
   Η νύχτα έπεσε και προμηνύονταν καυτή. Η πιο καυτή της ζωής τους. Όλα ήταν έτοιμα. Η εστία... Τα προσανάμματα... Η παρέα... Όλα εκτός από αυτά, που σε λίγο θα παίζανε το χορό της φωτιάς. Πάνω που είχαν ηρεμήσει λοιπόν, το χέρι έφερε και τρίτο σεισμό. Ο πανικός, ο φόβος, οι ανούσιες βιαστικές διαδρομές επέστρεψαν. Ο τέταρτος σεισμός ήταν σαν έκρηξη. Ο κορμός έπεσε με ανθρώπινη αποφασιστηκότητα απάνω στα φλεγόμενα προσανάμματα, με τα μυρμήγκια να σκάνε μπροστά στα μάτια των συντρόφων τους, σαν πυροτεχνήματα. Άλλα νιώθοντας την υπερβολική θερμοκρασία χώνονταν όλο και πιο βαθιά. Άλλα πνίγονταν από τους καπνούς, άλλα έτρεχαν στις άκρες πανικόβλητα και άλλα εκστασιασμένα από την κάψα της φωτιάς,βουτούσαν μέσα της, λες και θυσιάζονταν σε κάποια τελετή μυρμηγκιών. Ο κορμός όλο και καίγονταν προς τα μέσα. Τα πρώτα της επιφάνειας είχαν παραδώσει πνεύμα. Τα υπόλοιπα που είχαν κρυφτεί στα βάθη, έκαναν την τελευταία απέλπιδα προσπάθεια να σωθούν. Βγήκαν όλα μαζί προς τα έξω και με όλη τη δύναμη που τους είχε απομείνει προς τις άκρες, προσπάθησαν να πηδήξουν στην άμμο. Μόνο που δεν ήξεραν πως κάνουν σάλτο. Εκείνη την  ώρα το χέρι έπαιξε με τη φωτιά. Με ένα μακρόστενο κλαδί, έσπρωξε τον κορμό στον πυρήνα της. Τα μυρμήγκια έγιναν όλα στάχτη. Όλη η τέλεια συνεργασία τους στις μέχρι πρότινος υποχρεώσεις τους, δε στάθηκε δυνατή μπροστά σε αυτή την καταστροφική δοκιμασία.
   Ύστερα από λίγη ώρα ένας δεύτερος κορμός έπεσε μέσα στις φλόγες. Ένα νέος αγώνας επιβίωσης ξεκίνησε.