Ειρήνη μεταξύ ανθρώπων - Πόλεμο με τους απάνθρωπους
poetry the soul's kingdom
Παρασκευή 14 Φεβρουαρίου 2014
Κυριακή 9 Φεβρουαρίου 2014
Λιπ Μονίς - Η επιστροφή του Τζακ
Ο Τζακ επέστρεφε από το σούπερ μάρκετ, φορτωμένος με μία σακούλα με δύο εξάδες μπύρες. Είχε πάει στο σούπερ μάρκετ της γειτονιάς του το οποίο ήταν ανοιχτό και το βράδυ, καθώς ήταν σχεδόν έντεκα και εφόσον είχε αποφασίσει πως τον περίμενε μία ενδιαφέρουσα και δημιουργική νύχτα μπροστά από τον υπολογιστή, είχε μόλις πεταχτεί να πάρει μερικές μπύρες για να διευκολύνουν τη νύχτα. Έξω από την πόρτα της πολυκατοικίας του βρισκόταν μία κοπέλα – γύρω στα 30 ή και λίγο παραπάνω- και έψαχνε τα κλειδιά της, την οποία αυτός δεν είχε προσέξει καθώς περπατούσε αφηρημένα, όμως ούτε και αυτή τον είχε αντιληφθεί, έτσι καθώς αυτή προσπαθούσε να ξεκλειδώσει την εξώπορτα και ο Τζακ πλησίασε αθόρυβα πίσω της, αυτή γύρισε ελαφρώς τρομαγμένη και τον κοίταξε ανήσυχη. Ο Τζακ είχε μακρύ ατημέλητο μαλλί, πλούσια γενειάδα και φορούσε παλιές φόρμες καθώς απλά είχε πεταχτεί για κάποια τελευταία ψώνια, οπότε δεν του φάνηκε περίεργο που η κοπέλα τρόμαξε, αντιθέτως την καταλάβαινε απόλυτα και απορούσε πώς ορισμένες κοπέλες και γυναίκες φαίνονταν να περπατάνε άνετα τα βράδια σε κάποιες περιοχές της πόλης στις οποίες ακόμη και αυτός αισθανόταν άβολα. «Δε θα σε ληστέψω!» της είπε χαμογελώντας για να την καθησυχάσει κι εκείνη του χαμογέλασε με τη σειρά της, δείχνοντας ταυτόχρονα ανακούφιση. Ο Τζακ γέλασε κι αυτός. «Γελάμε», της είπε «αλλά τόσα συμβαίνουν πότε πότε. Ακόμα κι εγώ φοβάμαι καμιά φορά». «Καλά κάνεις», του είπε αυτή, ενώ το κεφάλι της άρχισε να γίνεται πράσινο και τεράστιο ενώ τα δόντια της να γίνονται ακόμα μεγαλύτερα. Ένα μακρύ πτερύγιο έσκισε το μπουφάν της στην πλάτη της και το ίδιο συνέβη με τα παπούτσια της από τα οποία βγήκαν τεράστια δάχτυλα, ενωμένα σαν βατραχοπόδαρα. Ο Τζακ άρχισε να τρέχει προς το ασανσέρ, δεν ήταν από αυτούς που δεν έχουν τη δύναμη να αντιδράσουν μπροστά στην απειλή, αυτή εκτόξευσε μία τεράστια λεπτή κόκκινη γλώσσα προς το μέρος του, τον τύλιξε και τον έκανε μια χαψιά. Γάμισέ τα.
Κυριακή 26 Ιανουαρίου 2014
Βρόντο - Όνειρο φανταστικό
Κάπου στα μισά, είδε ένα όνειρο. Η μέρα με τη νύχτα εναλλάσσονταν συνεχώς, χωρίς σταθερότητα, όπως αλλάζει μέσα σε δευτερόλεπτα η διάθεση των ανθρώπων. Δεν υπήρχε χρόνος στο ηλιοβασίλεμα και την ανατολή. Λες και γύριζαν μονομιάς όποτε ήθελαν, η σελήνη και ο ήλιος πλάτη στη γη. Τη μέρα ο καιρός ήταν πολύ ψυχρός, σε σημείο ψύχους και ο ήλιος έδειχνε πολύ μακρινός, αρκετά μικρότερος και αδύναμος. Τον κοιτούσε κατάματα, χωρίς να κουράζεται και να θολώνει. Τη νύχτα το φεγγάρι ήταν γεμάτο, αλλά σκοτεινό, με τις ηλιαχτίδες να πέφτουν πάνω του, όπως το φως του κεριού σ’ έναν ανάγλυφο τοίχο. Περπατούσε σ’ έναν δρόμο γυμνό. Δεν είχε ίχνος δέντρου, παρά μόνο κάτι ψυχρά, άχαρα, τετραγωνισμένα σπίτια, σκεπασμένα από παγωμένο, αποκρυσταλλωμένο χιόνι. Της φαίνονταν ακατοίκητα. Ήταν πολύ βαριά ντυμένη. Με τόσα ρούχα πάνω της ένιωθε σα να κουβαλάει ολόκληρη βαλίτσα με το κορμί της. Πάντως μες στο ψύχος κρατιόταν ζεστή. Στο διάβα της δε συνάντησε ούτε ένα ίχνος ζωής. Ούτε ένα φως στα μπαλκόνια, ούτε μία πατημασιά στο χιόνι. Όσο προχωρούσε η μέρα με τη νύχτα είχαν αλλάξει καμιά δεκαριά φορές. Ξαφνικά ένιωσε σα να άκουσε μία φωνή. Έπιασε μία μελωδία. Κάποιος τραγουδούσε. Κατευθείαν έλαμψε το πρόσωπό της, χαμογέλασε, ξημέρωσε και άνοιξε το βήμα, πλησιάζοντας με γοργό περπάτημα τη φωνή. Όταν μετά από μερικά στενά τον έφτασε, παραξενεύτηκε. Ήταν ένας κλόουν ντυμένος άνοιξη. Φόραγε κάτι κίτρινα φωτεινά – αλλά χωρίς να γυαλίζουν- παλιοπάππουτσα, ένα παντελόνι φαρδύ και κάπως κοντό, θυμίζοντάς της κοκκινόχωμα μιας ερήμου, δυο ξεθωριασμένες γαλάζιες τιράντες και ένα πουκάμισο που είχε χίλια χρώματα. Το πρόσωπο του, το είχε βάψει σε αποχρώσεις του πορτοκαλί, του κόκκινου και του μωβ, νιώθοντας σα να αντικρίζει το ξημέρωμα μέσα από τον ορίζοντα μίας θάλασσας. Το βαμμένο γέλιο του, από τη μία άκρη ως την άλλη, ήταν καταπράσινα φωτεινό και τα μαλλιά του αφάνα, καστανά. Ο κλόουν έδινε παράσταση στο τίποτα. Στο κενό. Ούτε πιτσιρίκια, νέοι, ούτε μεγάλοι, ούτε γέροι βρίσκονταν εκεί. Τραγουδούσε, έπαιζε μόνος του, έφτιαχνε διάφορες αστείες μορφές με το χιόνι και άλλοτε το έλιωνε στο χέρι του με τη ζεστή ανάσα του, κάνοντάς το νερό. Γελούσε δυνατά μόνος του λες κι έκανε μαγικό. Το γέλιο του ώρες-ώρες, ήταν τόσο εκκωφαντικό, σα να είχε δώσει εντολή στον αέρα να το στείλει σε όλα τα μέρη, να το ταξιδέψει όπου υπάρχει ψυχή. Δε μίλησαν καθόλου. Απλά άρχισαν να παίζουν χιονοπόλεμο ευτυχισμένοι και να κυνηγιούνται. Κι εκεί που γελούσε και τον κυνηγούσε, το χιόνι αποκτώντας μεταφυσική δύναμη, σηκώθηκε ψηλά, σαν ένα φουσκωμένο κύμα και ρούφηξε τον κλόουν μέσα στην παγωμένη γη. Έγινε καπνός. Αέρας κοπανιστός.
Η μέρα θάφτηκε μαζί με τον κλόουν και τα γέλια μέσα στο χιόνι, απότομα. Η νύχτα και η σιωπή έπεσαν σαν κεραυνός πάνω της. Μα κάθε φορά που σιγοσφύριζε τη μελωδία του κλόουν, έκλεβε τη σιωπή, γεμίζοντας το σκοτάδι με μουσική.
Η μέρα θάφτηκε μαζί με τον κλόουν και τα γέλια μέσα στο χιόνι, απότομα. Η νύχτα και η σιωπή έπεσαν σαν κεραυνός πάνω της. Μα κάθε φορά που σιγοσφύριζε τη μελωδία του κλόουν, έκλεβε τη σιωπή, γεμίζοντας το σκοτάδι με μουσική.
Χορευτό, Ιανουάριος 2014
Παρασκευή 17 Ιανουαρίου 2014
Βρόντο - Το άγνωστο βουνό
Ήταν μία καλοκαιρινή δροσερή ημέρα, ασημένια,
όπου τα πάντα καθρεφτίζονταν στο νερό με ένα μαγικό τρόπο. Η ομίχλη ταξίδευε
ανάμεσα στις πλαγιές, σα να σκαρφάλωνε προς τη διάλυσή της, καθώς οι ηλιαχτίδες
με τη βαρυτική τους δύναμη την έλκυαν προς τον ουρανό και την εξαφάνισή της.
Σε αυτόν τον άγνωστο τόπο, της άγνωστης
χώρας, υπήρχε ένας άγνωστος ποταμός σε ένα άγνωστο βουνό. Ζούσε για χρόνια η
παρέα εκεί. Η οποία παρέα δημιουργήθηκε, γνωρίστηκε και ενώθηκε μέσα στο δάσος.
Πριν βρεθούν εκεί όλως τυχαίως, ελάχιστοι γνωρίζονταν μεταξύ τους. Είχαν στήσει
τις ζωές τους σε δύο σημεία του βουνού. Και τα δύο ήταν κοντά στο νερό. Το
καλοκαίρι ανέβαιναν ψηλά, στα χίλια τριακόσια μέτρα υψόμετρο. Το χειμώνα
κατέβαιναν χαμηλότερα, καθώς ο χειμώνας ήταν βαρύς, ψυχρός και διαρκής. Το ποτάμι ήταν πεντακάθαρο, παγωμένο
και κρυστάλλινο. Το μπάνιο εκεί έμοιαζε πραγματικά με ηλεκτροσόκ. Εγκεφαλική διέγερση και σύσφιξη κάθε σπιθαμής του κορμιού ήταν
οι κύριες αισθήσεις, όποτε βουτούσαν. Οι πνεύμονες άνοιγαν σαν τεντωμένα φτερά
μεγαλοπρεπούς αετού. Απόλυτη,
αυθόρμητη, απολαυστική υγεία. Χωρίς να ψυχαναγκάζονται να ζουν υγιεινά. Απλά
συνέβαινε φυσικά.
Αλλού τα νερά κινούνταν ήρεμα, σα γαλήνια μουσική σε αρμονία και αλλού, που οι όχθες στένευαν τα περάσματα απειλητικά,
αγρίευαν και έτρεχαν σαν αγρίμια που κυνηγούν το θήραμα, καταλήγοντας να πέφτουν
καταρρακτωδώς σε μία άπλα όπου ηρεμούσαν ξανά.
Ένας από την παρέα κάθονταν γυμνός πάνω σ’ ένα λείο
βράχο καταμεσής του ποταμού. Μπροστά σε όλη τη θέα γύρω του ένιωθε σα να ήταν
κομμάτι μίας ζωγραφιάς. Μερικά μέτρα πιο κάτω τα νερά γίνονταν απότομα και
ορμητικά. Εκεί, του ήρθαν τα λόγια κάποιου διάσημου, μάλλον διανοούμενου, ο
οποίος είχε εκφράσει την εξής απορία : << Γιατί να λέμε βίαια τα νερά ενός
ποταμού και όχι τις όχθες που τα περιορίζουν ? >>
Κάθισε το σκέφτηκε για λίγη ώρα και ύστερα
ξάπλωσε πάνω στο βράχο να λιαστεί ώσπου αποκοιμήθηκε.
Κάθε μέρα η παρέα είχε διάφορες
δραστηριότητες. Έκαναν πεζοπορίες, σκαρφάλωναν νεροφαγιές, ανέβαιναν στην
κορυφή του βουνού, έκαναν ρομαντικές βόλτες κατά μήκος του ποταμού, μάζευαν
βότανα, μανιτάρια, φρόντιζαν και κυνηγούσαν ζώα για να
τραφούν, καλλιεργούσαν ζαρζαβατικά και όσπρια, μαγείρευαν στη φωτιά, έπαιζαν
παιχνίδια, μουσικές, ερωτοτροπούσαν, τραγουδούσαν, χόρευαν και πολλά πολλά άλλα. Άλλοτε σαν ομάδα και άλλοτε
ατομικά, ο καθένας σα μονάδα.
Ήταν πολύ καιρό στο βουνό και περνούσαν
υπέροχα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ζούσαν εύκολα. Οι χειμώνες τους ήταν
γεμάτοι από λευκές νύχτες, από σταλακτίτες, σταλαγμίτες, δύσκολοι και
επικίνδυνοι χειμώνες, σαν τις χαράδρες και τους γκρεμούς που απαιτούσαν συγκέντρωση σε
κάθε βήμα και τίποτα άλλο. Αλλά για κάποιο περίεργο λόγο ήταν υπέροχοι, καθώς
είχαν μάθει να συμπεριφέρονται με σεβασμό προς το βουνό και τη ζωή τους.
Ένα πρωινό μέσα στο δάσος, εμφανίστηκε ένας άνθρωπος,
ο οποίος αφού συστήθηκε στην παρέα με ένα περίεργο όνομα, αυτοπαρουσιάστηκε σα
μάγος. Η ενέργειά του όμως, χωρίς να γνώριζαν το γιατί, έπεφτε βαριά σα να
έκρυβε κάτι. Κάποιο ένοχο μυστικό. Παρά το γεγονός αυτό, μιας και ήταν ήσυχος,
ευγενικός και χαμογελαστός τον δέχονταν
πάντα με χαμόγελο και ευγένια, αν και στις περισσότερες δραστηριότητες δε
συμμετείχε. Αυτό που έκανε συνεχώς ήταν να κοιμάται και να φτιάχνει – όπως ισχυρίζονταν
- μαγικά ροφήματα από τα κρυφά βοτάνια του.
Κάποιο από τα συνηθισμένα απογεύματα, η
παρέα χαλάρωνε, χωνεύοντας το μεσημεριανό γεύμα. Μερικοί ήταν ξαπλωμένοι και
χάζευαν τον καταπράσινο ουρανό που προσέφεραν τα πανύψηλα και πανάρχαια δέντρα.
Κάποιοι άλλοι έπαιζαν παντομίμα, άλλοι μουσική, άλλοι σιγοτραγουδούσαν πάνω στους
ρυθμούς και ορισμένοι παρατηρούσαν το θαύμα της ζωής γύρω τους. Παρατηρούσαν
δέντρα κάθε ηλικίας. Αιωνόβια, γέρικα, επιβλητικά, με χοντρούς κορμούς και
πεσμένα κλαδιά όσο υψώνονταν. Άλλα μικρότερα, σα να ήταν στη εφηβεία, έχοντας
πάρει σχήμα σωστού δέντρου με εντυπωσιακή κορμοστασιά και άλλα μόλις που είχαν
γεννηθεί και ξεπροβάλει από το χώμα, εύθραυστα και τρυφερά. Υπήρχαν και νεκρά
δέντρα τριγύρω τους. Κορμοί πελώριοι πεσμένοι και σπασμένοι σα γίγαντες
τροφοδότες του χώματος. Ζωή και θάνατος. Ένας κύκλος δίχως τελειωμό.
Εκείνο το συνηθισμένο απόγευμα λοιπόν, ο μάγος
είχε φέρει στο βράχο ένα σάκο με τα μαγικά βοτάνια. Τους είπε ότι θέλει να τους
φτιάξει ένα μαγικό ρόφημα, που θα τους στείλει σ’ ένα φανταστικό ταξίδι. Τόσο
φανταστικό, που ποτέ κανείς τους δεν έχει διανοηθεί να φανταστεί και κανείς τους
δεν έχει ζήσει. Όλοι τους ενθουσιάστηκαν, πάνω στην αθωότητά τους. Του είπαν
κατευθείαν ναι, δίχως ερωτήσεις.
Ο μάγος όμως είχε σκοπό και συμφέρον και η
βαριά ενέργεια που ένιωθαν κρύβονταν καλά, πίσω από τα αρώματα των βοτάνων και
το ειρηνικό χαμόγελο.
Πίνοντας το ρόφημα, μέσα σε λίγα λεπτά
εξαφανίστηκαν από προσώπου γης. Χωρίστηκαν και ο καθένας τους βρέθηκε μέσα σε
κελί, μαντρωμένος και κλεισμένος σε τέσσερεις τοίχους με πολλά και άχρηστα
αντικείμενα, γεμάτα κουμπιά και καλώδια, που οι ίδιοι δεν αναγνώριζαν τί είναι
και έψαχναν μανιωδώς τρόπο διαφυγής. Πάντα έπεφταν πάνω σε τοίχους. Κάθε λεπτό
που πέρναγε γίνονταν θηρία ανήμερα, μα η εκτόνωσή τους στη φυλακή τους ήταν άστοχη
και αυτοκαταστροφική. Ανυπομονούσαν να τελειώσει η επίδραση. Μα η επίδραση δεν
τελείωνε. Και δεν τελείωνε. Και τα μαλλιά τους άσπρισαν. Και το βουνό τους, από
το θαυμαστό κύκλο της ζωής του, στα χέρια του μάγου και με τη μαγική λέξη
Πολιτισμός, μεταλλάχτηκε σε ένα τοπίο απαρτιζόμενο από άπειρους τέσσερεις
τοίχους, κουμπιά και καλώδια.
Ο ένας από την παρέα ήταν γεμάτος αίματα, μελανιές,
ραγίσματα, κατάγματα και σπασίματα σε όλο του το κορμί. Η παράνοια της αιχμάλωτης
ελευθερίας τον είχε καταβάλει και το μόνο πράμα που μονολογούσε ήταν αυτό : Γιατί
να λέμε βίαια τα νερά ενός ποταμού και όχι τις όχθες που τα περιορίζουν?
Κυριακή 5 Ιανουαρίου 2014
Ηλίας Πετρόπουλος
"Είμαι λοιπόν ένας λαογράφος που χρόνια τώρα παρακολουθώ τις ζωές όλων αυτών των ανθρώπων που οι άλλοι αποκαλούν περιθώριο...Αγαπώ τα τσογλάνια και τους χασίκλες, τους κλέφτες, τις πουτάνες, τους ρεμπέτες και τους πούστηδες, γιατί μάχονται κάθε μορφή εξουσίας, και τους αγαπώ πιο πολύ γιατί καταφέρνουν και επιζούν κόντρα στην αστυνομία, κόντρα στον ποινικό νόμο, κόντρα στην απαίσια ηθική των μικροαστών, κόντρα στον φλογερό εαυτό τους."
Σάββατο 21 Δεκεμβρίου 2013
Βρόντο - Noom
Βρίσκονταν σε μία παραλία γεμάτη
με πολύχρωμα βότσαλα, θυμίζοντάς τους αφηρημένη τέχνη με τράιμπαλ σχέδια. Σε μια γωνιά της παραλίας
κάποιοι ή οι ίδιοι είχαν σχεδιάσει έναν τζόκερ και δεν το θυμόντουσαν. Πότε
έγινε αυτός ο τζόκερ? Πότε ήρθανε άλλοι στην αμμουδιά? Ό,τι και να έγινε είναι
ωραίος είπανε.
Μέσα στη νύχτα, ξαπλωμένοι αγκαλιά, ο
Ανδρέας και η Άννα, είδαν κάτι που ούτε με σφαίρες δε θα πίστευαν ότι το
βλέπουν. Ένας ήλιος εμφανίστηκε μέσα στον έναστρο ουρανό. Μόνο που οι
ηλιαχτίδες του κατευθύνονταν σε άλλο γαλαξία, σα να είχε μονόπλευρη κατεύθυνση
το φως προς ένα άλλο σημείο. Γύρω του είχε δαχτυλίδια, σαν του Κρόνου, με τη
διαφορά ότι ήταν στα χρώματα του ουράνιου τόξου, αλλάζοντας αποχρώσεις, όποτε οι
ηλιακές εκρήξεις τα διαπερνούσαν βίαια. Ήταν
απίθανο το θέαμα. Ένας ήλιος ανάμεσα στα άστρα του νυχτερινού ουρανού.
- Βλέπουμε ήλιο μέσα στη νύχτα? Όντως? Είναι
δυνατόν?
- Φανταστικό!
- Μήπως μας έχουν απαγάγει εξωγήινοι?
Φοβάμαι. Πού βρισκόμαστε? Του αποκρίθηκε.
- Χαχα! Πλάκα θα είχε. Ας περπατήσουμε μήπως
βρούμε κανένα άλιεν στο δρόμο να ρωτήσουμε.
Καθώς περπατούσαν στο δρόμο, τρελάθηκαν! Μια
αλυσίδα DNA εμφανίστηκε
μπροστά στα όλο περιέργεια μάτια τους, η οποία πετούσε στους αιθέρες,
αρμενίζοντας στα σύννεφα σα βαρκούλα στη θάλασσα. Άρχισαν να τρέχουν, να δουν από κοντά τι
συμβαίνει. Τα λίγα χιλιόμετρα απόσταση – από την αγωνία τους να μάθουν-
καλύφθηκαν μέσα σε δευτερόλεπτα.
- Ρε φίλε γεια σου!
Τι ‘ναι αυτό το πράμα που πετάει στον ουρανό?
- Ίνγκλις πλιζ. Του απάντησε ο τύπος με τα σκουλαρίκια
στα αυτιά, που κάθονταν στην είσοδο.
- Οκ. Γουάτ δε φακ
ιζ δατ φάκινκ θινκ γουίτς φλάις του δε σκάι?
- Ιτς νοτ φλάινκ.
Ιτς ε μπριτζ. Κονέκτινκ του δε μουν.
- Εντάξει ο τύπος είναι
βλαμμένος, μ’ έχει κάψει. Ας ρωτήσουμε άλλον.
- Εεεε μαν! Γουάτ
ιζ δατ?
- Γέφυρα στο
φεγγάρι του απάντησε. Και δεν είναι βλαμμένος ο τύπος! Ό,τι κωλόκαιρο και να κάνει,αυτή έχει στάνταρ ταλάντευση σαν τον κυματισμό ήρεμης θάλασσας.
Σκάσανε και οι δύο στα γέλια. Είχανε δακρύσει
από τα γέλια και πέταγαν τη μία ειρωνεία μετά την άλλη, συνεχίζοντας να γελάνε σα σπαστικά. Αφού συνήλθαν διάβασαν το φυλλάδιο προσεχτικά και είδαν ότι όλα είναι τζάμπα!
Ειδικά λεωφορεία, στολές, εξοπλισμοί. Τα πάντα!
- Πάμε?
- Πάμε?
Πριν το σκεφτούν είχανε φορέσει τις
διαστημικές στολές και έφυγαν στο διάστημα. Ήτανε εκστασιασμένοι πραγματικά. Με
το που ξέφυγαν από τη γη και όλη την πίεσή της, χαλάρωσαν. Ο γαλαξίας με τ’
άστρα στο πιάτο. Ταξίδευαν στο διάστημα, κοιτάζοντας πίσω τους αυτή τη μπάλα τη γη μαγεμένοι…
- Μωρό μου αν δεν
φορούσαμε όλες αυτές τις χαζομάρες θα κάναμε σεξ από άλλο διάστημα.
- Χαχα!
- Λες να μπορούμε
να κατέβουμε, να περπατήσουμε στη γέφυρα?
- Πάμε τώρα στη
σελήνη να δούμε τη φάση και στο γυρισμό περπατάμε.
- Άκου τι συζητάμε!
Φτάνοντας στο φεγγάρι, τριγύριζαν ανάμεσα σε
δεκάδες διαστημάνθρωπους και χτισμένα οικήματα.
- Ρε τι γίνεται
εδώ? Πού ζούμε? Στο 8564?
- Κοίτα! Φτιάχνουν
κι άλλη αλυσίδα DNA! Πηγαίνει στον Άρη!
- Από κάπου
ακούγεται μουσική.
- Φύγαμε!
Πετάξανε τις στολές και έμειναν με τα ρούχα.
Έπαιζε τεκ – χάουζ μίνιμαλ, αλλά ό,τι πιο διαστημικό ήχο μπορείς να φανταστείς.
Να φανταστείς… Φαντάζεσαι? Χόρευαν στο φεγγάρι. Σα να ήταν ένα. Έκαναν έρωτα αυθόρμητα, παρορμητικά, μπροστά σε όλους τους εξωγήινους κολλημένοι σε ένα γυάλινο τοίχο, κοιτάζοντας τη γη.. Τον ήλιο…
Τα άστρα… Μετεωρίτες περνούσαν ιλιγγιωδώς και χάνονταν… Είχαν χάσει τα μυαλά
τους… Δεν τους ένοιαζε τίποτα… Μετά από ώρες χορού βγήκαν έξω και περπατούσαν
εξερευνώντας κάθε πατημασιά τους.
-
Καβάτζωσα λίγες πέτρες και φεγγαρίσιο χώμα…
- Μμμ..μπραβο, να φτιάξουμε σεληνιακό κήπο στην αυλή μας.
- Μμμ..μπραβο, να φτιάξουμε σεληνιακό κήπο στην αυλή μας.
-
Αλάνια σ’ εκείνο τον κρατήρα που σκεπάζεται από αυτόν τον πράσινο τρούλο την
πίνουνε. Χωρίς βαρύτητα. Σαν τη συνείδηση μας.
Άνοιξαν την πόρτα και είδανε τα πάντα να
αιωρούνται. Ιπτάμενοι μαστουρωμένοι άνθρωποι κυνηγούσαν ιπτάμενα τσιγαριλίκια σ’ έναν τεράστιο κυκλικό χώρο με λιγοστό φωτισμό.
- Χελόου πίπολ!
Φώναξε ο Ανδρέας με ένα ηλίθιο χαμόγελο ως τ’ αυτιά.
Μήνυμα στο κινητό της Άννας. Το μάτι του
Ανδρέα άνοιξε με τη μία. Όχι ρε πούστη
μου, γαμώ την τεχνολογία μου μέσα. Τι έπαθες έκανε η Άννα αγουροξυπνημένη,
τεντώνοντας το κορμάκι της.
Τίποτα
μωρό μου. Απλά σε πήγα βόλτα στο φεγγάρι και χτύπησε το κινητό σου.
- έ?!
Φινίτο.
Φινίτο.
Τρίτη 3 Δεκεμβρίου 2013
Δευτέρα 2 Δεκεμβρίου 2013
Τρίτη 26 Νοεμβρίου 2013
Σάββατο 23 Νοεμβρίου 2013
Λίπ Μονίς - Ω Internet
Ω Internet, αυτή, αυτή η καταραμένη μετακόμιση,
αυτή σε πήρε μακριά μου. Δεν ξέρω καν πόσες μέρες πάνε πια. Πηγαίνω σε φίλους,
σαν το ζητιάνο, και τους παρακαλώ να μπορέσω να δικτυωθώ για λίγο, για λίγο
μόνο, από το σπίτι τους. Τι να το κάνεις όμως; Αυτά τα πράγματα δε γίνονται
βιαστικά, η απόλαυση χρειάζεται χρόνο· πώς να χαλαρώσεις
μέσα σε ένα λεπτό και να σερφάρεις στα καλωδένια κύματά σου όταν κάποιος
περιμένει πάνω από το κεφάλι σου, πόσο μάλλον όταν κοιτάζει αδιάκριτα την οθόνη
την ώρα που μόλις έχεις πληκτρολογήσει τον κωδικό του e-mailσου και φορτώνει τα
εισερχόμενα. Αυτό δεν είναι απόλαυση, είναι καταπίεση. Πόσα έχω χάσει τόσο
καιρό μακριά σου. Πόσο να πάει τώρα, μία βδομάδα, δύο; Κανείς δεν ξέρει. Πήγα
στη Forthnet. Σε είκοσι μέρες. Είκοσι μέρες! Είπα στον καλό κύριο «γιατί είκοσι μέρες,
μήπως είναι λίγο πολύ;», και μου είπε ότι είναι υπόθεση μιας ώρας αλλά ο ΟΤΕ
καθυστερεί γιατί είναι δημόσια υπηρεσία και τα λοιπά. Μιας ώρας! Τόσο κοντά σου
και όμως τόσο μακριά σου!
Πήγα στον ΟΤΕ, τους ζήτησα τα ρέστα, προσπάθησα να είμαι ευγενικός, αναλογιζόμενος
κανείς το τι διακυβεύεται. Μου τα μασούσαν, δείχνοντας παντελή έλλειψη σεβασμού
στην ψυχολογική μου κατάσταση. Τι φταίει κι η ταμίας, πού να ξέρει αυτή γιατί
καθυστερούν τόσο πολύ.
Ω Internet, πού είσαι όταν σε χρειάζομαι, όταν
σε θέλω! Όταν κάθομαι στο σπίτι μου και ξάφνου μου δημιουργείται μία τυχαία
απορία, την οποία τόσο καιρό είχα την πολυτέλεια να λύνω
μέσα σε μερικές στιγμές. Μόνο όταν χάνεις κάτι εκτιμάς την αξία του. Και δε
θέλω καν ν’ αρχίσω να σκέφτομαι πόσα επεισόδια πίσω έχω μείνει στο New Girl. Πραγματικά, μόνο υπό συνθήκες
τέτοιας πίεσης αρχίζει κανείς και θέτει θεμελιώδη ερωτήματα στον εαυτό του,
ερωτήματα που πιθανώς δεν είχαν ξαναδημιουργηθεί ποτέ στο νου του, όπως «σε τι
χρησιμεύει το PCχωρίς εσένα;». Ανοίγω τον υπολογιστή. Τον κοιτάζω. Βάζω μουσική. Οκ, βάζω
μουσική, ως εκεί.
Τώρα, τώρα πώς θα περιπλανηθώ στο
μαγικό σου κόσμο χωρίς να ξέρω καν τι είναι αυτό που ψάχνω; Απλά ενώνομαι με
τις μαγικές σου συνδέσεις, ίσως να μη θέλω απολύτως τίποτα να δω, είσαι η νέα
μου τηλεόραση. Μόλις βρεθώ στα μυριάδες μονοπάτια σου, απλά ακολουθώ ένα και το
εμπιστεύομαι. Τώρα όμως, τώρα τι, τώρα πώς; Πώς θα δω τώρα το «δείτε πώς είναι
σήμερα ο μικρός Μανωλάκης από τους Ψίθυρους Καρδιάς» ή το βίντεο με τη Νανά
Καραγιάννη που εμφανίζεται εδώ και ένα μήνα πάνω πάνω στο Youtube. Youtube! Γιατί σε θυμήθηκα; Πόσες και πόσες τερπνές
ώρες έχουμε περάσει μαζί. Ένα από τα βίντεό σου αρκεί για να χαθεί κάποιος
στους δαιδαλώδεις διαδρόμους σου για ώρες. Και τι θησαυρούς μπορεί κανείς να
ανακαλύψει, ενώ ταυτόχρονα ακούει μουσική!
Και είναι και αυτό που τόση ώρα
περίτεχνα αποφεύγω. Το σημαντικότερο. Σήμερα δεν πάει άλλο, θα πάω σε νετ καφέ,
δε με νοιάζει, πρέπει να μπω στο fb. Όχι ότι δεν έχω μπει τόσες μέρες, αυτό θα ήταν όντως
αδύνατο, τα γεγονότα τρέχουν και ο κόσμος θα νομίζει ότι έχω χαθεί ή ότι τους
αγνοώ. Πάλι καλά που παίρνω και το smartphone κάποιου φίλου σε καμιά καφετέρια και
κρατάω επαφή.
Ω Internet, πώς τα έχω καταφέρει τόσο καιρό
χωρίς εσένα; Περιμένω το κουδούνι του τεχνικού όπως περιμένουν οι ναρκομανείς
το βαποράκι.
Καμιά
φορά μπαίνω και στη Wikipedia.Παρασκευή 22 Νοεμβρίου 2013
Λίπ Μονίς - Ο Ήχος
Το
φως, όπως και όλα τα ηλεκτρομαγνητικά κύματα –όπως τα ραδιοκύματα, οι ακτίνες
Χ, τα μικροκύματα και η υπέρυθρη ακτινοβολία- έχουν τη δυνατότητα να ταξιδεύουν
και να μεταφέρονται στο κενό, χωρίς την ύπαρξη δηλαδή κάποιου μέσου. Αυτό
συμβαίνει διότι η ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία – τα ηλεκτρομαγνητικά κύματα
δηλαδή- είναι μία διαταραχή του ηλεκτρομαγνητικού πεδίου. Η λειτουργία αυτού
του φαινομένου έγκειται στο ότι η όποια μεταβολή στο ηλεκτρικό πεδίο προκαλεί
μεταβολή στο μαγνητικό πεδίο και αντιστρόφως, γεγονός που κάνει τα ηλεκτρομαγνητικά
κύματα να ταξιδεύουν επ’ άπειρον σύμφωνα με αυτό το μηχανισμό, ο οποίος ίσως να
μην είναι προφανής στον μη επιστήμονα αναγνώστη, είναι όμως απλός και
κατανοητός για έναν οποιονδήποτε πρωτοετή φυσικής, εκτός και αν αυτός βέβαια
διανύει φέτος το πρώτο έτος, οπότε σε αυτή την περίπτωση δεν έχει ακόμα γραφτεί
στη σχολή του.
Ο ήχος, απ΄ την άλλη, χρειάζεται
για να μεταδοθεί την ύπαρξη κάποιου μέσου, διότι πρόκειται περί μηχανικού
κύματος. Ο μηχανισμός πίσω από τα μηχανικά κύματα είναι ο εξής: η πηγή (η αιτία
που παράγει τον ήχο) πάλλεται, δηλαδή ταλαντώνεται. Αυτό γίνεται άλλες φορές
προφανές, όπως στη χορδή μίας κιθάρας, και άλλοτε όχι, όπως όταν χτυπάει κανείς
μία πόρτα, πάντα όμως υπάρχει μία ταλάντωση της πηγής που προκαλεί τον ήχο. Στη
συνέχεια, η πηγή η οποία πάλλεται «ταρακουνάει» με τη σειρά της τα διπλανά
σωματίδια του αέρα, όπως ακριβώς ένα θαλάσσιο κύμα «χτυπάει» τα διπλανά μόρια
του νερού κάνοντας έτσι το κύμα να μεταδίδεται. Το κάθε μόριο του αέρα με τη
σειρά του «ταρακουνάει» το διπλανό του,
διαδίδοντας έτσι τη διαταραχή, η οποία αυτή κάποια στιγμή φτάνει στο εσωτερικό
του αυτιού μας, το οποίο έχει κάποιο κατάλληλο όργανο ώστε να τη μεταφέρει στον
εγκέφαλο, ο οποίος αποκρυπτογραφεί την πληροφορία και τη μεταφράζει αναλόγως.
Ανάλογα με τη συχνότητα της διαταραχής, δηλαδή της ταλάντωσης της αρχικής
πηγής, διαμορφώνεται και η συχνότητα του ηχητικού κύματος, το κάθε είδος δε
έχει άλλα όργανα υποδοχής και για αυτό το λόγο τα σκυλιά πχ αντιλαμβάνονται
ήχους σε διαφορετικές συχνότητες από τους ανθρώπους.
Ο ήχος της κλανιάς δημιουργείται
όταν, καθώς το αέριο εξέρχεται, κάνει την κωλοτρυπίδα να δονείται. Πολλοί
πιστεύουν ότι ο ήχος οφείλεται σε αυτόν και μόνο τον παράγοντα και όχι και στα
ταλαντούμενα κωλομάγουλα, άτομα όμως μεγάλης εμπειρίας πάνω σε αυτό τον τομέα
διαφωνούν, ο αναγνώστης καλείται άλλωστε να πειραματιστεί ώστε να καταλήξει σε
κάποια δική του διαπίστωση, εφ’ όσον φυσικά η όποια πειραματική απόπειρα
λαμβάνει χώρα κάτω από ασφαλής συνθήκες.
Ο Γάλλος Joseph Pujol στα τέλη του
19ου αιώνα απέκτησε φήμη ακολουθώντας την καριέρα του επαγγελματία
κλάστη. Έγινε γνωστός με το καλλιτεχνικό ψευδώνυμο “Le Petomane”, ονομασία που συνδυάζει το γαλλικό
ρήμα peter «κλάνω»
και την κατάληξη –mane «μανιακός», δηλαδή «κλανομανιακός» ή «πορδομανιακός». Ανάμεσα
στο κοινό του βρισκόταν ο βασιλιάς Λεοπόλδος ο Β’ του Βελγίου, ο πρίγκιπας
Εδουάρδος της Ουαλίας και ο Σ. Φρόυντ. Μπορούσε να αναπαράγει ήχους όπως
κανονιοβολισμοί και αστραπόβροντα όπως και να κλάνει το “Ο Sole Mio” και το “Le Marseillaise”, τον εθνικό ύμνο της Γαλλίας
χρησιμοποιώντας μία οκαρίνα. Η καλλιτεχνική κληρονομιά του “Le Petomane” είναι μεγάλη και έχει εμπνεύσει
πολλά έργα όπως το μιούζικαλ “The Fartiste” («ο κλανιάρης»), στο οποίο
απονεμήθηκε το βραβείο καλύτερου μιούζικαλ το 2006 στο New York International Fringe Festival και το “A Passing wind” που παρουσιάστηκε στο Philadelphia International Festival of the Arts το 2011. Επαγγελματίες κλάστες
αναφέρονται συχνά σε γραπτά της μεσαιωνικής Ευρώπης.
Στη μυθολογία των Ίννου, αυτόχθονος
λαού του Καναδά, το πιο ισχυρό πνεύμα απ΄όλα είναι ο Ματσισκαπέου (σίγουρα όχι
με αυτή την προφορά) και το όνομά του σημαίνει κυριολεκτικά «κλανιάνθρωπος» ή
«ο άνθρωπος κλανιά», θεωρείται δε δυνατότερος ακόμη και του Κανιπινικασίκεου.
Σε αυτόν επιβλήθηκε όταν ο Κανιπινικασίκεου αρνήθηκε να δώσει στους Ίννου
Καριμπού (καναδέζικος τάρανδος) για να φάνε. Ο Ματσισκαπέου εξαγριώθηκε και
καταράστηκε τον Κανιπινικασίκεου να υποφέρει από σοβαρή δυσκοιλιότητα. Αυτός
τελικά αναγκάστηκε να ενδώσει και ο
Ματσισκαπέου με τη σειρά του τον απάλλαξε από τους φοβερούς πόνους.
Ο Άγιος Αυγουστίνος (354-430),
θεολόγος που έχει επηρεάσει σε μεγάλο βαθμό το δυτικό Χριστιανισμό και τη
δυτική φιλοσοφία ενώ θεωρείται από τους σημαντικότερους πατέρες της Εκκλησίας,
έχει πει στο διάσημο βιβλίο του «Η πόλη του Θεού» πως αρχικά οι άνθρωποι είχαν
τη δυνατότητα να ελέγχουν τις κινήσεις των εντέρων τους και να κλάνουν κατά
βούληση, αλλά έχασαν αυτή την ικανότητα με το προπατορικό αμάρτημα του Αδάμ και
της Εύας, της Εύας και του Αδάμ, όπως θέλει το παίρνει κανείς.
Ο μέσος όρος του όγκου του αερίου που παράγει καθημερινά ένας ενήλικας από κλανιές είναι μισό λίτρο το οποίο κατανέμεται σε περίπου 14 κλανιές. Επιστημονικές έρευνες έχουν δείξει ότι οι γυναικείες κλανιές έχουν μεγαλύτερη συγκέντρωση σε μόρια που προκαλούν μυρωδιά όμως οι αντρικές είναι μεγαλύτερες σε όγκο, με αποτέλεσμα οι δύο αυτοί παράγοντες να κάνουν τις δύο να εξισορροπούνται σε αποτέλεσμα. Η ταχύτητα της κλανιάς εξαρτάται από τις ατμοσφαιρικές συνθήκες, όπως υγρασία, θερμοκρασία, ταχύτητα και κατεύθυνση του αέρα και μοριακό βάρος των σωματιδίων της κλανιάς. Μία κλανιά μπορεί να παραμείνει ενεργή για περισσότερη ώρα σε κλειστούς χώρους όπως ασανσέρ, ενώ μετά από κάποιο χρόνο εναποτίθεται στους τοίχους του δωματίου. Τέλος, όσον αφορά κάποια κλανιά που θα ήθελε κάποιος να ρίξει αλλά καθυστερεί λόγω του ακατάλληλου του χώρου και της συντροφιάς, στην οποία επανέρχεται αργότερα μόνο για να διαπιστώσει έκπληκτος ότι αυτή έχει χαθεί, οι γιατροί σπεύδουν να καθησυχάσουν ότι αυτή δεν εξαφανίζεται δια παντός, ούτε και απορροφάται από το σώμα όπως κάποιοι έχουν εκφράσει, αλλά απλώς ανεβαίνει προς τα επάνω στο στομάχι και επιστρέφει σε κάποια ανύποπτη στιγμή.
Ο μέσος όρος του όγκου του αερίου που παράγει καθημερινά ένας ενήλικας από κλανιές είναι μισό λίτρο το οποίο κατανέμεται σε περίπου 14 κλανιές. Επιστημονικές έρευνες έχουν δείξει ότι οι γυναικείες κλανιές έχουν μεγαλύτερη συγκέντρωση σε μόρια που προκαλούν μυρωδιά όμως οι αντρικές είναι μεγαλύτερες σε όγκο, με αποτέλεσμα οι δύο αυτοί παράγοντες να κάνουν τις δύο να εξισορροπούνται σε αποτέλεσμα. Η ταχύτητα της κλανιάς εξαρτάται από τις ατμοσφαιρικές συνθήκες, όπως υγρασία, θερμοκρασία, ταχύτητα και κατεύθυνση του αέρα και μοριακό βάρος των σωματιδίων της κλανιάς. Μία κλανιά μπορεί να παραμείνει ενεργή για περισσότερη ώρα σε κλειστούς χώρους όπως ασανσέρ, ενώ μετά από κάποιο χρόνο εναποτίθεται στους τοίχους του δωματίου. Τέλος, όσον αφορά κάποια κλανιά που θα ήθελε κάποιος να ρίξει αλλά καθυστερεί λόγω του ακατάλληλου του χώρου και της συντροφιάς, στην οποία επανέρχεται αργότερα μόνο για να διαπιστώσει έκπληκτος ότι αυτή έχει χαθεί, οι γιατροί σπεύδουν να καθησυχάσουν ότι αυτή δεν εξαφανίζεται δια παντός, ούτε και απορροφάται από το σώμα όπως κάποιοι έχουν εκφράσει, αλλά απλώς ανεβαίνει προς τα επάνω στο στομάχι και επιστρέφει σε κάποια ανύποπτη στιγμή.
Πέμπτη 14 Νοεμβρίου 2013
Jesus Christ Superstar (1973)
Από την ομώνυμη ταινία.
Δείτε τη.
Σκηνή από την ταινία- μιούζικαλ.
Heaven on their minds - Carl Anderson (Judas)
Τετάρτη 6 Νοεμβρίου 2013
Αλληλεγγύη στις Σκουριές στον Αμαζόνιο και σ' όλο τον κατεστραμμένο τσιμεντένιο πλανήτη. Βρόντο χιπ χοπ ποίημα
Σςς...Άκου...Άκου...Ξεκίνησε!
Ποιο? Τι? Τί θόρυβος ήχησε?
Εις θάνατον είπανε. Το σφυρί χτύπησε.
Ο χρυσός στο λαιμό της, σαν πίνακας έμοιαζε
με ριζομένο περιδέραιο.
Αλυσοπρίονα από τις κορυφές διατυμπανίζουν
φονικό ευαγγέλιο.
Τρέμει όλη γη. Τα δέντρα πέφτουν,
σαν αλυσοδεμένα παιδιά που τρέχουν.
Αιθέρια πουλιά μπορούν δραπετεύουν.
Στέκονταν σε κλαδιά, τώρα όμως στέκονται
σε άσχημα φουγάρα με κομμένα τα φτερά.
Στο δάσος εκεί, κάποτε, υπήρχε ζωή.
Περήφανοι αετοί, γεράκια, σπουργήτια
φτιάχνανε φωλιές, κάποιοι αλήτες σκίουροι
τρομεροί αναρριχητές. Αυτά μέχρι χθες,
γιατί σήμερα είναι ζωές προσφυγικές
σε κλουβιά μαντρωμένες, οι πόρτες κλειστές.
Και οι κλειδαριές?
Κρανοφόρων στρατιές.
Τί απέγιναν τα δέντρα?
Επιχρυσομένη πέτρα.
Τί απέγινε το δάσος?
Εργοστασίου βάλτος.
Στη γιορτή του χρυσού κανένας δε γιορτάζει.
Νεκρική ακολουθία από το βουνό πηγάζει.
Η ύπαρξη γι' αυτούς? Αστείο δίχως χάζι.
Για όσους επιζητούν το κακό να διατάζει,
η καλοσύνη δε θα πάψει, όσο ο ήλιος χαράζει
δάκρυα..χαμόγελα..ουράνια τόξα..
Κόψτε μας. Ματώστε μας. Άντε ξεριζώστε μας.
Πάντοτε ρε... Μία ρίζα θα μένει
και θα πετάγεται ζωή εκεί που κανείς
ποτέ δεν το περιμένει.
Πρόσφυγες διωγμένοι είμαστε όλοι μας.
Ινδιάνοι, Αφρικάνοι, Μεξικάνοι, Πακιστάνοι.
Όλα τα ελουροειδή, οι ελέφαντες κι οι χάνοι.
Και μία μέρα... Και μία μέρα...
Όλα τα ζώα μαζί, θα περάσουμε απάνω
από τα άσπρα σας τα κράνη.
Γιατί κανένα τσεκούρι, καμία οβίδα,
δε μπορεί να σπάσει της καρδιάς την αλυσίδα.
Γιατί η αγάπη μας, έχει πέταγμα εναέριο,
περπάτημα υπόγειο, κυλώντας στις φλέβες μας
κολυμπάει σα δελφίνι, σε όλη την υδρόγειο.
Ποιο? Τι? Τί θόρυβος ήχησε?
Εις θάνατον είπανε. Το σφυρί χτύπησε.
Ο χρυσός στο λαιμό της, σαν πίνακας έμοιαζε
με ριζομένο περιδέραιο.
Αλυσοπρίονα από τις κορυφές διατυμπανίζουν
φονικό ευαγγέλιο.
Τρέμει όλη γη. Τα δέντρα πέφτουν,
σαν αλυσοδεμένα παιδιά που τρέχουν.
Αιθέρια πουλιά μπορούν δραπετεύουν.
Στέκονταν σε κλαδιά, τώρα όμως στέκονται
σε άσχημα φουγάρα με κομμένα τα φτερά.
Στο δάσος εκεί, κάποτε, υπήρχε ζωή.
Περήφανοι αετοί, γεράκια, σπουργήτια
φτιάχνανε φωλιές, κάποιοι αλήτες σκίουροι
τρομεροί αναρριχητές. Αυτά μέχρι χθες,
γιατί σήμερα είναι ζωές προσφυγικές
σε κλουβιά μαντρωμένες, οι πόρτες κλειστές.
Και οι κλειδαριές?
Κρανοφόρων στρατιές.
Τί απέγιναν τα δέντρα?
Επιχρυσομένη πέτρα.
Τί απέγινε το δάσος?
Εργοστασίου βάλτος.
Στη γιορτή του χρυσού κανένας δε γιορτάζει.
Νεκρική ακολουθία από το βουνό πηγάζει.
Η ύπαρξη γι' αυτούς? Αστείο δίχως χάζι.
Για όσους επιζητούν το κακό να διατάζει,
η καλοσύνη δε θα πάψει, όσο ο ήλιος χαράζει
δάκρυα..χαμόγελα..ουράνια τόξα..
Κόψτε μας. Ματώστε μας. Άντε ξεριζώστε μας.
Πάντοτε ρε... Μία ρίζα θα μένει
και θα πετάγεται ζωή εκεί που κανείς
ποτέ δεν το περιμένει.
Πρόσφυγες διωγμένοι είμαστε όλοι μας.
Ινδιάνοι, Αφρικάνοι, Μεξικάνοι, Πακιστάνοι.
Όλα τα ελουροειδή, οι ελέφαντες κι οι χάνοι.
Και μία μέρα... Και μία μέρα...
Όλα τα ζώα μαζί, θα περάσουμε απάνω
από τα άσπρα σας τα κράνη.
Γιατί κανένα τσεκούρι, καμία οβίδα,
δε μπορεί να σπάσει της καρδιάς την αλυσίδα.
Γιατί η αγάπη μας, έχει πέταγμα εναέριο,
περπάτημα υπόγειο, κυλώντας στις φλέβες μας
κολυμπάει σα δελφίνι, σε όλη την υδρόγειο.
Κυριακή 13 Οκτωβρίου 2013
Τρίτη 8 Οκτωβρίου 2013
Βρόντο - ''Οίστρος''
Το φάντασμα του οίστρου
στο ακρογιάλι του μαίστρου.
Η Εύα στον Αδάμ
στη μέση ενός κήπου.
Στεγνοί και διψασμένοι
μία νύχτα αποδράσαν.
Στα έλατα εξτασιασμένοι
τον έρωτα κεράσαν.
Βραδιάτικα τη σπάσαν
τη ζωή τους τη χαλάσαν,
ή τώρα ή ποτέ,
την όχθη την περάσαν.
Τρομαγμένοι. Φοβισμένοι.
Πισωγύρισμα δεν έχει.
Στον τρόμο απελευθέρωση
στην απελευθέρωση αφοβία.
Ανάσες χειμωνιάτικες,
ομιχλώδεις ουρλιάξαν
σε μέρη νεφελώδη,
ηλιαχτίδες κρυφές χαράξαν.
Τη βλάστηση στην άνοιξη
με καλοσόρισμα φωνάξαν.
Βοτάνια και καρπούς.
Με γη και ύδωρ
οι ζωές τους ξεδιψάσαν,
οι ψυχές τους αγαλιάσαν.
Κανένας ρήτωρ
όπως παλιά,
να στέλνει μηνύματα
απειλητικά
στην εστία τους.
Ελεύθερη πια,
η θρησκεία τους.
Ψευδαισθησιακά ιδρωμένα μονοπάτια.
Μάτια έρωτας,
προσφορά, θυσία
στη γη της επαγγελίας,
νύχτα ακολασίας,
στο όνομα της φαντασίας.
Πρόσωπα, εκφράσεις,
νότες μπάσες, χρώματα,
αρώματα ελευθερίας.
Ο πόλεμος κοντοζύγωνε.
Σε τοπίο χιονισμένο
μόνο το κρύο τους πλήγωνε.
Γόνοι ξέμπαρκοι.
Τίποτα δεν αρκούσε.
Τα θέλω τους
τους γείτονες
δεν τους αφορούσε.
Η απλοχεριά των πλησίων?
Στη ψυχή βγαίναν μείον.
Υπερβάσεις εαυτών,
ανθρώπων ονειρικών.
Σε μία αγκαλιά
ο παλμός δυο καρδιών
οι καρδιές τους ματωμένες
στα σημεία των καιρών.
Βλέμματα κρύσταλο
χαμένα στον ορίζοντα
σε βυθούς αβυσαλέους
τα κορμιά τους αλύτρωτα.
Η απάρνησή τους?
Η απομάκρυνση η επιλογή τους.
Αιτία η φυλάκιση
των ελευθεριών της ζωής τους.
στο ακρογιάλι του μαίστρου.
Η Εύα στον Αδάμ
στη μέση ενός κήπου.
Στεγνοί και διψασμένοι
μία νύχτα αποδράσαν.
Στα έλατα εξτασιασμένοι
τον έρωτα κεράσαν.
Βραδιάτικα τη σπάσαν
τη ζωή τους τη χαλάσαν,
ή τώρα ή ποτέ,
την όχθη την περάσαν.
Τρομαγμένοι. Φοβισμένοι.
Πισωγύρισμα δεν έχει.
Στον τρόμο απελευθέρωση
στην απελευθέρωση αφοβία.
Ανάσες χειμωνιάτικες,
ομιχλώδεις ουρλιάξαν
σε μέρη νεφελώδη,
ηλιαχτίδες κρυφές χαράξαν.
Τη βλάστηση στην άνοιξη
με καλοσόρισμα φωνάξαν.
Βοτάνια και καρπούς.
Με γη και ύδωρ
οι ζωές τους ξεδιψάσαν,
οι ψυχές τους αγαλιάσαν.
Κανένας ρήτωρ
όπως παλιά,
να στέλνει μηνύματα
απειλητικά
στην εστία τους.
Ελεύθερη πια,
η θρησκεία τους.
Ψευδαισθησιακά ιδρωμένα μονοπάτια.
Μάτια έρωτας,
προσφορά, θυσία
στη γη της επαγγελίας,
νύχτα ακολασίας,
στο όνομα της φαντασίας.
Πρόσωπα, εκφράσεις,
νότες μπάσες, χρώματα,
αρώματα ελευθερίας.
Ο πόλεμος κοντοζύγωνε.
Σε τοπίο χιονισμένο
μόνο το κρύο τους πλήγωνε.
Γόνοι ξέμπαρκοι.
Τίποτα δεν αρκούσε.
Τα θέλω τους
τους γείτονες
δεν τους αφορούσε.
Η απλοχεριά των πλησίων?
Στη ψυχή βγαίναν μείον.
Υπερβάσεις εαυτών,
ανθρώπων ονειρικών.
Σε μία αγκαλιά
ο παλμός δυο καρδιών
οι καρδιές τους ματωμένες
στα σημεία των καιρών.
Βλέμματα κρύσταλο
χαμένα στον ορίζοντα
σε βυθούς αβυσαλέους
τα κορμιά τους αλύτρωτα.
Η απάρνησή τους?
Η απομάκρυνση η επιλογή τους.
Αιτία η φυλάκιση
των ελευθεριών της ζωής τους.
Παρασκευή 4 Οκτωβρίου 2013
Frederic Chopin - Nocturnes complete (Τα νυχτερινά)

O Φρεντερίκ Σοπέν (1 Μαρτίου ή 22 Φεβρουαρίου 1810 - 17 Οκτωβρίου 1849) ήταν Γαλλο-Πολωνός συνθέτης, ένας από τους μεγαλύτερους εκπροσώπους του ρομαντισμού στη μουσική και από τους μεγαλύτερους πιανίστες της εποχής του. Αρκετές συνθέσεις του συγκαταλέγονται στα σημαντικότερα έργα του πιανιστικού ρεπερτορίου.
Δευτέρα 30 Σεπτεμβρίου 2013
Βρόντο - Κηνυγάω, με κυνηγάν
Κυνηγάω τα λεφτά,
κυνηγάω τα θυληκά.
Κυνηγάω τα ποτά
και βράδια μουσικά.
Φιγούρες χορευτικές,
ανθρώπους δίχως ηθικές
ελεύθερες ψυχές,
αυθόρμητες, ψυχεδελικές.
Κυνηγάω την τύχη
κυνηγάω και τη μοίρα.
Κυνηγάω να μη μου τύχει
να ξεκόψω από τη γύρα.
Κυνηγάω χωρίς άγχος.
Κυνηγάω το πάθος,
την τιμωρία και το λάθος.
Κυνηγάω το τίποτα
το πολύ φέρνει προβλήματα.
Κυνηγάω την αθανασία
μέσα από την ευθανασία.
Με κυνηγάνε δικαστήρια,
με κυνηγάνε ορχιδέες.
Με κυνηγάνε μυστήρια
και απόκρυφες ιδέες.
Με κυνηγάνε τα λεφτά.
Με κυνηγάν περιπολικά,
άτομα βαρετά, άδεια, κενά.
Με κυνηγάνε αρουραίοι,
σπανίως άνθρωποι μοιραίοι.
Με κυνηγάει το ίδιο μου το αίμα.
Με κυνηγάει των αστεριών το βλέμμα.
Με κυνηγάει η όχθη
να με πνίξει μες στο ρέμα.
Γεννεές δεκατέσσερεις
ιστορίες μαγειρεμένες,
σχολής ανελεύθερης.
Κυνηγάω, με κυνηγάν
ένα σωρό κυνηγητά.
Μα ένας φίλος μου το 'πε.
Ο πλούτος ειναι στην καρδιά.
κυνηγάω τα θυληκά.
Κυνηγάω τα ποτά
και βράδια μουσικά.
Φιγούρες χορευτικές,
ανθρώπους δίχως ηθικές
ελεύθερες ψυχές,
αυθόρμητες, ψυχεδελικές.
Κυνηγάω την τύχη
κυνηγάω και τη μοίρα.
Κυνηγάω να μη μου τύχει
να ξεκόψω από τη γύρα.
Κυνηγάω χωρίς άγχος.
Κυνηγάω το πάθος,
την τιμωρία και το λάθος.
Κυνηγάω το τίποτα
το πολύ φέρνει προβλήματα.
Κυνηγάω την αθανασία
μέσα από την ευθανασία.
Με κυνηγάνε δικαστήρια,
με κυνηγάνε ορχιδέες.
Με κυνηγάνε μυστήρια
και απόκρυφες ιδέες.
Με κυνηγάνε τα λεφτά.
Με κυνηγάν περιπολικά,
άτομα βαρετά, άδεια, κενά.
Με κυνηγάνε αρουραίοι,
σπανίως άνθρωποι μοιραίοι.
Με κυνηγάει το ίδιο μου το αίμα.
Με κυνηγάει των αστεριών το βλέμμα.
Με κυνηγάει η όχθη
να με πνίξει μες στο ρέμα.
Γεννεές δεκατέσσερεις
ιστορίες μαγειρεμένες,
σχολής ανελεύθερης.
Κυνηγάω, με κυνηγάν
ένα σωρό κυνηγητά.
Μα ένας φίλος μου το 'πε.
Ο πλούτος ειναι στην καρδιά.
Σάββατο 28 Σεπτεμβρίου 2013
Παρασκευή 27 Σεπτεμβρίου 2013
Δευτέρα 23 Σεπτεμβρίου 2013
Κυριακή 15 Σεπτεμβρίου 2013
Κυριακή 8 Σεπτεμβρίου 2013
Δευτέρα 12 Αυγούστου 2013
Ένας γέρος ινδιάνος Cherokee διδάσκει τον εγγονό του στα θέματα της ζωής
”Μια μάχη μαίνεται μέσα μου”, λέει στο αγόρι.
”Είναι μια σκληρή μάχη ανάμεσα σε δύο λύκους. Ένας είναι κακός – είναι κακία, μοχθηρία, μνησικακία, ζήλια, λύπη, τύψεις, λαγνεία, αυτολύπηση, πικρία, δουλικότητα, ψέμα, ψέυτικη υπερηφάνεια, υπεροψία και εγωισμό.”
”Ο άλλος είναι καλός – είναι ευτυχία, ειρήνη, αγάπη, ελπίδα, ηρεμία, ταπεινοφροσύνη, φιλία, καλή θέληση, συμπάθεια, συμπόνια, ευσπλαχνία, γεναιοδωρία, αλήθεια, κατανόηση και πίστη.
Η ίδια μάχη μαίνεται και μέσα σε εσένα - και μέσα σε όλους τους άλλους ανθρώπους”.
Το αγόρι σκέφτηκε για λίγη ώρα και μετά ρώτησε τον παππού του :
”Ποιός λύκος θα νικήσει τελικά;”
”Aυτός που τρέφεις...”, απάντησε ο γέρος.
Άγνωστος
”Μια μάχη μαίνεται μέσα μου”, λέει στο αγόρι.
”Είναι μια σκληρή μάχη ανάμεσα σε δύο λύκους. Ένας είναι κακός – είναι κακία, μοχθηρία, μνησικακία, ζήλια, λύπη, τύψεις, λαγνεία, αυτολύπηση, πικρία, δουλικότητα, ψέμα, ψέυτικη υπερηφάνεια, υπεροψία και εγωισμό.”
”Ο άλλος είναι καλός – είναι ευτυχία, ειρήνη, αγάπη, ελπίδα, ηρεμία, ταπεινοφροσύνη, φιλία, καλή θέληση, συμπάθεια, συμπόνια, ευσπλαχνία, γεναιοδωρία, αλήθεια, κατανόηση και πίστη.
Η ίδια μάχη μαίνεται και μέσα σε εσένα - και μέσα σε όλους τους άλλους ανθρώπους”.
Το αγόρι σκέφτηκε για λίγη ώρα και μετά ρώτησε τον παππού του :
”Ποιός λύκος θα νικήσει τελικά;”
”Aυτός που τρέφεις...”, απάντησε ο γέρος.
Τρίτη 6 Αυγούστου 2013
Βρόντο - Προσωρινότητα Αιωνιότητα
Αίσθηση πικρίας της προσωρινότητας του έρωτα.
Ανάμεσα σε δύο φαντασιακά ερωτευμένους
μιας καλοκαιρινής εξόρμησης στη φύση
ο επίλογος καταλήγει με θύτη και θύμα.
Σα θεότητα,
σαν ιέρεια του έρωτα μέσα στο δάσος εμφανίστηκες.
Σε είχα νιώσει ώρες πριν εμφανιστείς.
Σαν προφητεία από τις γραφές, είπα έρχεται.
Λίγες ώρες μετά εμφανίστηκες φέρνοντας θύελα.
Άγγελος συναρπαστικός, ψυχεδελικός
με φτερά μαγευτικής πεταλούδας
πήρε την καθημερινότητα, αφήνοντάς τη
από λουλούδι σε λουλούδι.
Η σκέψη μου έχει την αίγλη της όψης σου
και τα υπέροχα γήινα χρώματά σου.
Ξεκίνησα να σε περιγράφω
αλλά είναι αδύνατον.
Οι μάγοι δεν προδίδουν τη μαγεία τους.
Θα σε κρατήσω μέσα μου σα φυλαχτό,
να μου φυλάει αναμμένη τη φλόγα
του έρωτα και του πάθους των ματιών σου.
Τα χείλη σου νέκταρ και οι χυμοί σου αμβροσία.
Προσωρινότητα ή αιωνιότητα?
Δεν υπάρχει χρόνος. Ούτε εμείς.
Φανταστικές υπάρξεις οι πιο αληθινές δημιουργίες.
Ανάμεσα σε δύο φαντασιακά ερωτευμένους
μιας καλοκαιρινής εξόρμησης στη φύση
ο επίλογος καταλήγει με θύτη και θύμα.
Σα θεότητα,
σαν ιέρεια του έρωτα μέσα στο δάσος εμφανίστηκες.
Σε είχα νιώσει ώρες πριν εμφανιστείς.
Σαν προφητεία από τις γραφές, είπα έρχεται.
Λίγες ώρες μετά εμφανίστηκες φέρνοντας θύελα.
Άγγελος συναρπαστικός, ψυχεδελικός
με φτερά μαγευτικής πεταλούδας
πήρε την καθημερινότητα, αφήνοντάς τη
από λουλούδι σε λουλούδι.
Η σκέψη μου έχει την αίγλη της όψης σου
και τα υπέροχα γήινα χρώματά σου.
Ξεκίνησα να σε περιγράφω
αλλά είναι αδύνατον.
Οι μάγοι δεν προδίδουν τη μαγεία τους.
Θα σε κρατήσω μέσα μου σα φυλαχτό,
να μου φυλάει αναμμένη τη φλόγα
του έρωτα και του πάθους των ματιών σου.
Τα χείλη σου νέκταρ και οι χυμοί σου αμβροσία.
Προσωρινότητα ή αιωνιότητα?
Δεν υπάρχει χρόνος. Ούτε εμείς.
Φανταστικές υπάρξεις οι πιο αληθινές δημιουργίες.
Εγγραφή σε:
Σχόλια (Atom)

.jpg)